WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
take a walk v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (go for a stroll)κάνω βόλτα, πάω περίπατο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I asked my girlfriend if she would like to take a walk with me.
take a walk interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (go away) (μεταφορικά)φύγε από εδώ επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 He started getting on my nerves, so I told him to take a walk.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση take a walk στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'take a walk'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης