take

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈteɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/teɪk/ ,USA pronunciation: respelling(tāk)


Inflections of 'take' (v): (⇒ conjugate)
takes
v 3rd person singular
taken
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
took
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
taken
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (grab)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She took the money and ran to the store.
 Πήρε τα λεφτά και έτρεξε στο μαγαζί.
take [sth] to [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (transport, carry) (κάτι σε κάποιον)μεταφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πηγαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μαζί μου)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He took the radio to his friend's house.
 Μετέφερε το ραδιόφωνο στο σπίτι του φίλου του.
 Πήγε το ραδιόφωνο στο σπίτι του φίλου του.
 Πήρε το ραδιόφωνο στο σπίτι του φίλου του.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (accept, receive)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I refuse to take your money.
 Αρνούμαι να πάρω τα χρήματά σου.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (steal)κλέβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: για μικροκλοπές)βουτάω, σουφρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He didn't have the money to pay for the candy, so he just took it.
 Δεν είχε τα χρήματα για να πληρώσει το γλυκό και έτσι απλά το έκλεψε.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (snatch)αρπάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)βουτάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The robber took my purse and ran away.
 Ο ληστής άρπαξε την τσάντα μου και έφυγε τρέχοντας.
take [sth] from [sb] vtr + prep (snatch, confiscate)παίρνω κτ από κπ ρ μ + πρόθ
 His friend took the TV from him.
 Ο φίλος του, του πήρε την τηλεόραση.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (serve yourself)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please, take a cake from the tray.
 Παρακαλώ, πάρε ένα κομμάτι κέικ από τον δίσκο.
take [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (convey, transport)πηγαίνω, πάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (Επτάνησα)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Will you take me to the bus station?
 Θα με πας στο σταθμο του λεωφορείου;
 Θα με πάρεις στο σταθμό του λεωφορείου;
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (go by: form of transport)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We took a taxi home at the end of the night.
 Στο τέλος της βραδιάς, πήραμε ταξί για το σπίτι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
take nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fish, game caught) (κυνήγι)θήραμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (ψάρεμα)ψαριά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (γενικά)αυτό που επιτρέπεται να πιάσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Your take is limited to three fish per month.
 Επιτρέπεται να πιάσεις τρία ψάρια τον μήνα.
take nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (money: earnings, takings)κέρδη ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (αργκό)μπάζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The take for tonight's show was three thousand dollars.
take nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cinema: recording of a scene)λήψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 OK, everybody. This is going to be our fifth take. Let's get it right now. Action!
 Λοιπόν παιδιά, αυτή είναι η πέμπτη μας λήψη. Ας το πετύχουμε αυτήν τη φορά. Πάμε!
take nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sound recording)λήψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ηχογράφηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The second take had too much bass.
your take on [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (opinion, view) (για κτ ή σχετικά με κτ)γνώμη, άποψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)θέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 What's your take on the issue?
a take on [sth],
[sb]'s take on [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
mainly US (version, interpretation) (με γενική)εκδοχή, ερμηνεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This movie is the director's take on the classic love story.
take viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (machine: function)παίρνω μπρος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We had to oil it four times before the machine would take.
 Χρειάστηκε να προσθέσουμε λάδια τέσσερις φορές πριν πάρει μπρος το μηχάνημα.
take viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (adhere)κολλάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I couldn't get the stamp to take no matter how many times I licked it.
take viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (work as desired) (μεταφορικά)πιάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The serum doesn't always take the first time, and a second inoculation may be needed.
take viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (plant: take root, grow)πιάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I do hope the lilac takes as I'd love a lilac hedge.
take viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (be established, absorbed)μου μένει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I've tried to learn a few words of Japanese but they just don't seem to take.
 Έχω προσπαθήσει να μάθω μερικές λέξεις στα γιαπωνέζικα αλλά δεν φαίνεται να μου μένουν.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (get control) (τον έλεγχο)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The generals took power and exiled the President.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (seize, capture)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κυριεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The army took the town after forty-eight hours of fighting.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fish, game: catch)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We took ten brace of pheasants at the shoot.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (move)πηγαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μεταφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The conveyor belt takes the part to the next station.
take [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (arrest)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συλλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The police took the criminal without any problems.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (form of payment: accept)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Do you take credit cards?
 Δέχεστε πιστωτικές κάρτες;
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (cost)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κοστίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 How much will it take to buy this car?
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (money: win, earn)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ως αμοιβή)κερδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He took thousands of dollars at the casino.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (use, run on)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This camera takes long-life batteries.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sit down on)κάθομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Please come in and take a seat.
 Παρακαλώ περάστε μέσα και καθίστε.
take [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (admit, accept)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We only take the most intelligent students in this college.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (enrol in, study)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για προαιρετικό μάθημα, π.χ Παν/μιο)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I decided to take French next term.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (wear: shoe size)φοράω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I take a size six in boots, but a size five in shoes.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (wear: clothing size)φοράω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What size do you take?
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ingest)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He takes the medicine without complaining.
take [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal, figurative (cheat, rob)κλέβω, ξεγελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He realized that he had been taken when the camera he bought had no working parts inside.
 Κατάλαβε ότι τον είχαν κλέψει (Or: ξεγελάσει) επειδή η κάμερα που αγόρασε δεν δούλευε.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (endure)αντέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I can't take it any more! Let me out of here!
 Δεν αντέχω άλλο! Άσε με να βγω από εδώ μέσα!
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (require: time)χρειάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  απαιτούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 How long did it take?
 Πόσο χρόνο χρειάστηκε;
 Πόσο χρόνο σου πήρε;
 Πόσος χρόνος απαιτείται;
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (require)χρειάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What will it take to convince you?
 Τι χρειάζεται για να πεισθείς;
 Τι θα πάρει για να πεισθείς;
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (amount: accept as payment)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Will you take three hundred pounds for the table?
take [sth] from [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (derive from) (κάτι από κάτι)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ: έμπνευση)αντλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This musical takes its inspiration from a Shakespeare play.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bath, shower: use)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I am so dirty. I really need to take a bath.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (use for flavour)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I take two sugars in my coffee.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (go on: vacation)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We took a holiday in Argentina last year.
 Πέρσι κάναμε διακοπές στην Αργεντινή.
take [sth] away vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remove)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Yes, please take the rubbish.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (kill, end: a life)αφαιρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ασθένεια, φυσική καταστροφή)στοιχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The murderer has taken many lives.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (game: capture)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He took one of his opponent's pawns in the chess game.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (baseball: not swing)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The batter always takes the first pitch.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (do, sit: a test, exam)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μόνο γραπτώς)γράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm taking my chemistry exam on Wednesday.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (view in a certain way)αντιλαμβάνομαι, ερμηνεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)βλέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I don't know how to take what you just said. This is important work; we need to take it seriously.
take [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (image: capture)τραβάω, βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The photographer took several shots of the bride and groom. I always take loads of photos when I'm on holiday.
take [sth] from [sth] vtr + prep (confiscate) (κάτι από κάποιον)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teacher took the magazine from the student.
take [sth] from [sth] vtr + prep (extract, quote)δανείζομαι κτ από κτ ρ μ + πρόθ
  είμαι δανεισμένος από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 This line of poetry is taken from Dante's Inferno.
 Αυτός ο στίχος είναι δανεισμένος από την Κόλαση του Δάντη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
take [sb] aback vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (surprise)ξαφνιάζω, εκπλήσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Often in passive.
 She declined his offer of a job, which took him aback. I was really taken aback when she reacted so angrily.
 Απέρριψε την προσφορά εργασίας που της έκανε κι αυτό τον εξέπληξε. Ξαφνιάστηκα πραγματικά όταν αντέδρασε τόσο θυμωμένα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
take a battering,
get a battering,
receive a battering
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be beaten, damaged) (μεταφορικά)τρώω ξύλο, τις τρώω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
be in the driver's seat,
take the driver's seat,
have the driver's seat,
be in the driving seat
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (have control) (μεταφορικά)παίρνω τα ηνία, κρατάω το τιμόνι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If he thinks he can lead the team better, let him have the driver's seat.
bear the brunt of [sth],
take the brunt of [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(take the worst of [sth]'s impact)επηρεάζομαι στο μεγαλύτερο βαθμό από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υποφέρω περισσότερο εξαιτίας κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (με γενική)δέχομαι το μεγαλύτερο πλήγμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
catch a cold,
catch cold,
take a cold
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(contract cold virus)αρπάζω κρύωμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κρυολογώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 If you go out in this rain without a coat you're liable to catch a cold.
catch fire,
catch on fire,
also UK: catch light,
catch alight,
also US: take fire
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(ignite)αρπάζω φωτιά, πιάνω φωτιά ρ μ + ουσ θηλ
  λαμπαδιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Gasoline can catch fire very easily. If you knock that candle onto the rug, it will catch on fire.
catch [sb] unawares,
take [sb] unawares
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(catch off-guard) (μεταφορικά)πιάνω κπ στον ύπνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πιάνω κπ απροετοίμαστο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The question caught the minister unawares; she didn't have an answer prepared.
deal with the consequences,
take the consequences
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(accept) (καθομιλουμένη)αποδέχομαι τις συνέπειες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Let's just do it now and deal with the consequences later.
double take,
also UK: double-take
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(surprised response)δεύτερη ματιά επίθ + ουσ θηλ
  απορημένη ματιά επίθ + ουσ θηλ
  απορημένο βλέμμα επίθ + ουσ ουδ
  (πιο γενικά)το ότι δεν πιστεύω στα μάτια μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Dan thought no one noticed his double take when the eccentrically dressed man passed him in the street, but I did.
 Ο Νταν πίστευε ότι κανείς δεν πρόσεξε την απορημένη ματιά του όταν πέρασε δίπλα το ένας εκκεντρικά ντυμένος άντρας, αλλά εγώ την είδα.
take your first steps v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (baby: starting to walk)κάνω τα πρώτα μου βήματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον στον πληθυντικό
 The baby took its first steps today.
take the first step v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (initial action towards goal) (μεταφορικά)κάνω το πρώτο βήμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 James took the first step to becoming a doctor by beginning a medical degree.
get a thrashing,
take a thrashing
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (be beaten physically) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τρώω ξύλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Petros regularly took a thrashing from his violent father.
get a thrashing,
take a thrashing,
be given a thrashing
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be defeated: at sport, etc.)κατατροπώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)με κάνουν σκόνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μτφ)τρώω μεγάλη ήττα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Democrats took a thrashing on Election Day.
get takeout,
get takeout food (US),
get a take-away,
get a takeout,
get a take-out (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (order food to go)παίρνω φαγητό σε πακέτο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  παίρνω φαγητό για το σπίτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
give and take,
give-and-take
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (compromise)αμοιβαίες υποχωρήσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
 Marriage is all about give and take between the partners.
give or take [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (plus or minus)λίγο πάνω, λίγο κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πάνω κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I've been away from home for three months, give or take a few days.
 Λείπω από το σπίτι μου εδώ και τρεις μήνες, λίγες μέρες πάνω, λίγες μέρες κάτω.
 Λείπω από το σπίτι μου εδώ και τρεις μήνες, πάνω κάτω.
give or take exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (more or less)περίπου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πάνω κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 My new car cost $9000, give or take.
give and take,
give-and-take
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (conversation)δούναι και λαβείν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δίνω και παίρνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
not take care of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (neglect [sb])παραμελώ, δεν φροντίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The nanny was dismissed because she did not take care of the child properly.
 Η νταντά απολύθηκε γιατί δεν φρόντιζε το παιδί όπως έπρεπε.
not take care of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (neglect [sth])δεν φροντίζω, δεν προσέχω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Lazy people will not take care of their possessions.
not take kindly to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not welcome)δεν μου αρέσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I do not take kindly to people who don't know me calling me 'honey'.
 Δε μου αρέσουν οι άνθρωποι που δε με ξέρουν και με αποκαλούν «γλύκα».
be on the take v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (take bribes)δωροδοκούμαι, χρηματίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)λαδώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
outtake,
out-take
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(TV, cinema: deleted scene)σκηνή από τα γυρίσματα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  κομμένη σκηνή β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
root,
take root
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(plant)ριζώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)πιάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I planted the rose bush in the garden last week and it seems to have rooted well.
take a back seat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be less prominent) (μεταφορικά)παίρνω δεύτερη θέση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)κάνω πίσω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Ron took a back seat and let his son run the family business.
take a bashing,
get a bashing,
take a bashing,
suffer a bashing
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (be beaten physically)δέχομαι επίθεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δέχομαι χτύπημα, δέχομαι πλήγμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)τρώω ξύλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a bashing,
get a bashing,
suffer a bashing
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be defeated)κατατροπώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The team took a bashing in today's match, losing 6-0.
take a bashing,
get a bashing,
receive a bashing,
be given a bashing
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be attacked verbally, in writing)δέχομαι αρνητική κριτική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λεκτική, φραστική)δέχομαι επίθεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη: όχι άτομο)με θάβουν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The movie took a bashing from the critics.
 Οι κριτικοί έθαψαν την ταινία.
take a bath,
also UK: have a bath
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
mainly US (bathe)κάνω μπάνιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I prefer to take a shower, while others like to take a leisurely bath.
take a beating,
suffer a beating
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (be defeated)νικιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
take a bow v exp (bow for applause)κάνω υπόκλιση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υποκλίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 At the end of a play it's customary for the actors to take a bow at the front of the stage.
take a break v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have a rest)κάνω ένα διάλειμμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Take a break - we'll finish painting the door frames later.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Κάνε ένα διάλειμμα, δεν γίνεται να διαβάζεις συνέχεια!
take a breath v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (inhale)παίρνω μια αναπνοή, παίρνω μια ανάσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  παίρνω μια εισπνοή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I always take a deep breath before I begin.
take a call v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accept a telephone call)απαντάω σε ένα τηλεφώνημα, απαντάω σε μια κλήση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη: το τηλέφωνο)το σηκώνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm sorry to interrupt but I need to step outside to take a call. I may need to take a call during the meeting.
 Λυπάμαι για τη διακοπή, αλλά πρέπει να βγω έξω για να το σηκώσω.
take a census of [sth],
conduct a census of
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(conduct a survey)κάνω έρευνα, κάνω δημοσκόπηση, κάνω σφυγμομέτρηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω γκάλοπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Rupert took a census of opinion but found no support for his suggestion.
take a chance v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (act on a possibility)ρισκάρω, τολμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Yes, it's possible I won't win, but I'll take a chance.
 Ναι, είναι πιθανό να μην κερδίσω, αλλά θα το ρισκάρω.
take a chance v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (gamble, risk [sth])ρισκάρω, τολμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She took a chance on him, promoting him despite his lack of experience.
 Ρίσκαρε δίνοντάς του προαγωγή παρά την ελλειπή εμπειρία του.
take a close look,
take a careful look
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(examine, inspect [sth])ρίχνω μια προσεκτική ματιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  εξετάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you take a close look, you'll see that this banknote has no watermark - it's a forgery.
 Αν ρίξεις μια προσεκτική ματιά, θα δεις ότι το χαρτονόμισμα δεν έχει υδατογράφημα· είναι πλαστό.
take a close look at [sth/sb],
take a careful look at [sth/sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(examine, inspect [sth])ρίχνω μια προσεκτική ματιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ελέγχω, εξετάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Before buying a used car, I take a careful look at the engine.
take a course,
take a course in [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(attend classes, study)παρακολουθώ μαθήματα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I once took a course in physics - I couldn't understand a word of it!
take a crack at [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (attempt [sth])δοκιμάζω τις δυνάμεις μου σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I can't finish this crossword puzzle - do you want to take a crack at it?
 Δεν μπορώ να τελειώσω το σταυρόλεξο. Θες να δοκιμάσεις εσύ τις δυνάμεις σου;
take a dig at [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (criticize or attack verbally) (μεταφορικά, καθομ: κριτική)θάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, καθομ: λεκτική επίθεση)τη λέω σε κπ, τα χώνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sally's been taking digs at her colleagues, and they're not pleased about it.
take a dim view of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (disapprove) (ανεπίσημο)δε βλέπω με καλό μάτι κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δε συμφωνώ με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν μου αρέσει κτ, δεν έχω καλή άποψη για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αποδοκιμάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Her parents took a dim view of her choice of boyfriends.
take a dirt nap v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang, figurative (be dead) (αργκό)βλέπω τα ραδίκια ανάποδα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The idiot overdosed on drugs, now he's taking a dirt nap.
take a drag v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (inhale on a cigarette) (αργκό)κάνω μια τζούρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a dump,
have a dump
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
vulgar, slang (defecate) (αργκό, προσβλητικό)χέζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)τα κάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (παιδικό)κάνω κακά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a hard line,
take the hard line
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be staunch, uncompromising)είμαι αυστηρός, είμαι σκληρός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  κρατώ αυστηρή στάση, κρατώ σκληρή στάση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
take a hard line on [sth],
take the hard line on [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be staunch about [sth](με κάτι, σε κάτι)είμαι αυστηρός, είμαι σκληρός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (σε κάτι)κρατώ αυστηρή στάση, κρατώ σκληρή στάση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Take a hike! v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (go away)Δρόμο! επίφ
Take a hike! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" figurative, slang (Go away!) (αργκό)Στρίβε!, Δίνε του!, Πάρε δρόμο! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
take a holiday v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK (go away on vacation)πάω διακοπές ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After five long months of work I was ready to take a holiday.
take a job v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accept employment)πιάνω δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She needed money so badly that she took a job as a waitress in a seedy bar.
take a joke v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (have a sense of humour) (μτφ, καθομιλουμένη)σηκώνω αστεία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a journey v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make a trip)κάνω ένα ταξίδι, πάω ταξίδι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Later this month I plan to take a journey to see my father.
take a kicking,
suffer a kicking
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be defeated) (καθομιλουμένη)κατατροπώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ανεπίσημο)τρώω γερή ήττα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The prime minister's party took a kicking in the local elections.
take a kicking,
suffer a kicking
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (be heavily criticized) (λεκτική, φραστική)δέχομαι σφοδρή επίθεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He's taken a real kicking in the tabloids for his extra-marital affairs.
take a long time v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (require much time to do) (μέρες, μήνες κλπ.)παίρνω πολύ καιρό, θέλω πολύ καιρό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (λεπτά, ώρες κλπ.)παίρνω πολλή ώρα, θέλω πολλή ώρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Recovery from a head injury can take a long time.
take a long time to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (require much time) (μέρες, μήνες κλπ.)το να κάνω κτ παίρνει πολύ καιρό, το να κάνω κτ θέλει πολύ καιρό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  χρειάζεται πολύς καιρός για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (λεπτά, ώρες κλπ.)το να κάνω κτ παίρνει πολλή ώρα, το να κάνω κτ θέλει πολλή ώρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  χρειάζεται πολλή ώρα για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It took a long time to tidy the apartment.
take [sb] a long time v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (require much time for [sb] to do) (μέρες, μήνες κλπ.)μου παίρνει πολύ καιρό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (λεπτά, ώρες κλπ.)μου παίρνει πολλή ώρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I put the wardrobe together from a kit; it took me a long time!
take [sb] a long time to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (require much time of [sb](μέρες, μήνες κλπ.)μου παίρνει πολύ καιρό να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (λεπτά, ώρες κλπ.)μου παίρνει πολλή ώρα να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It has taken Graeme a long time to get over his divorce.
take a look v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (look casually at [sth/sb])ρίχνω μια ματιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There's a sale on at this gallery; shall we take a look?
 Αυτή η γκαλερί έχει εκπτώσεις, θέλεις να ρίξουμε μια ματιά;
take a look v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (inspect, investigate [sth/sb])ρίχνω μια ματιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't know much about engines but I'll take a look.
 Δεν ξέρω και πολλά από μηχανές αλλά θα ρίξω μια ματιά.
take a nap v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have a short sleep)παίρνω έναν υπνάκο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)την πέφτω για λίγο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My father usually takes a nap in the afternoon. I often take a nap after lunch.
 Ο πατέρας μου συνήθως παίρνει έναν υπνάκο το απόγευμα.
 Συχνά την πέφτω για λίγο μετά το μεσημεριανό.
take a pee,
have a pee
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (urinate) (καθομιλουμένη)κατουράω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (παιδικό)κάνω τσίσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a peek v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (look briefly, furtively)ρίχνω μια ματιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Julia knew the food was ready on the table in the dining room, and couldn't resist taking a peek.
take a peek at [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (look briefly, furtively)ρίχνω μια ματιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I want so badly to take a peek at my presents, but I'll wait till Christmas.
take a peep at [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (quickly look at)ρίχνω μια ματιά σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)ρίχνω ένα βλέφαρο σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a photograph v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (capture [sb] or [sth] on camera)βγάζω φωτογραφία, τραβάω φωτογραφία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
take a picture v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (capture [sb] or [sth] on camera)βγάζω φωτογραφία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You look lovely in that dress – wait there, I'll take a picture.
 Είσαι πολύ όμορφη με αυτό το φόρεμα. Περίμενε εκεί να βγάλω μια φωτογραφία.
take a piss,
have a piss
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
vulgar, slang (urinate) (αργκό)ρίχνω ένα κατούρημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κατουράω, κατουρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
take a raincheck v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, figurative, informal (postpone [sth](για άλλη στιγμή)αναβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I can't meet you tonight; can I take a raincheck for next week?
 Δεν μπορώ να βρεθούμε απόψε. Να το αναβάλουμε για την άλλη εβδομάδα;
take a reading v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (measurement: observe, record)παίρνω μέτρηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The electric company meter reader takes a reading at our house every month.
take a rest v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have a break)ξεκουράζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You can't just stop and take a rest when you're running a marathon!
take a seat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (sit down)κάθομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Louise took a seat in the doctor's waiting room.
take a second look v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (re-examine)ρίχνω άλλη μια ματιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ξανακοιτάζω, ξαναβλέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's take a second look: we may have missed some important clues.
take a shine to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (take a liking to [sb](μεταφορικά)μου γυαλίζει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Προσοχή στη διαφορετική σύνταξη.
 She took a shine to him from the first time they met.
 Της γυάλισε από την πρώτη τους συνάντηση.
take a shot at [sth],
have a shot at [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal, figurative (attempt [sth])δοκιμάζω, επιχειρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω μια προσπάθεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω μια απόπειρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'd like to learn to play golf, so one day I think I'll take a shot at it.
take a shot at [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (fire at, try to hit [sth/sb])ρίχνω σε κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
 When you see the target appear, aim your gun and take a shot at it. I took a shot at the deer, but I missed.
take a shower v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (wash under a water spray)κάνω ένα ντους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'm sweating like a horse – I'd better go and take a shower.
 Ιδρώνω πάρα πολύ, καλύτερα να πάω να κάνω ένα ντους.
take a spin v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (go for a ride) (καθομιλουμένη)κάνω μια γύρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πηγαίνω βόλτα, πάω βόλτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a stab,
have a stab
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal, figurative (attempt, try [sth])πειραματίζομαι με κτ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  δοκιμάζω, επιχειρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
take a stand,
make a stand
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(state your opinion clearly)εκφράζω την άποψή μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τοποθετούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You have the choice of taking a stand or not having your views heard.
take a stand against [sth/sb],
make a stand against [sth/sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(maintain opinion against opposition)παίρνω θέση ενάντια σε κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (με γενική)παίρνω θέση εναντίον κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Are you going to take a stand against the government's crackdown on the press?
take a swing at [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (try to hit [sb])προσπαθώ να χτυπήσω κπ, αποπειρώμαι να χτυπήσω κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  προσπαθώ να ρίξω μία σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a swipe at,
take a swipe at [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(aim a punch at) (καθομιλουμένη)ρίχνω μία σε κπ, χώνω μία σε κπ, δίνω μία σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βαράω, γρονθοκοπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I was so enraged by the paparazzo that I took a swipe at him.
take a test v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (sit an exam or quiz)έχω διαγώνισμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have to take a test in biology next week.
take a toll v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (have a negative impact)έχω συνέπειες, έχω επιπτώσεις ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (μεταφορικά)αφήνω το σημάδι μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a trip v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (go on a journey)κάνω ένα ταξίδι, πάω ταξίδι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Next spring my husband and I are going to take a trip to New Zealand.
take a tumble v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (person: fall over) (μεταφορικά)τρώω τούμπα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)τρώω σαβούρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I slipped on some ice and took a tumble in the parking lot.
take a tumble v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (prices, sales: fall rapidly) (τιμές)κατρακυλώ, πέφτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The price of crude oil took a tumble on the stock market today.
take a turn v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have one's chance, have a go) (κάτι, να κάνω κάτι)δοκιμάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teacher said the kids had to wait if they wanted to take a turn on the rides.
 Ο δάσκαλος είπε στα παιδιά ότι πρέπει να περιμένουν, εάν θέλουν να δοκιμάσουν να κάνουν μια βόλτα με το τρενάκι του λούνα παρκ.
take a turn v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (change)αλλάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
take a turn for the worse v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (deteriorate)χειροτερεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 His condition remained stable for three days, then suddenly he took a turn for the worse.
take a vacation (US),
take some holiday,
take time off (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(take time away from work) (φεύγω από το σπίτι μου)πάω διακοπές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γενικά: για ξεκούραση)παίρνω άδεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
take a walk v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (go for a stroll)κάνω βόλτα, πάω περίπατο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I asked my girlfriend if she would like to take a walk with me.
take a walk interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (go away) (μεταφορικά)φύγε από εδώ επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 He started getting on my nerves, so I told him to take a walk.
take a while v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be fairly time-consuming) (μεταφορικά)παίρνω ώρα, παίρνω χρόνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a wild guess v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make an uneducated estimate)μάντεψε ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: προστακτική β ενικού προσώπου
 I've no idea how many beans are in the jar, but I'll take a wild guess and say 5000.
take account of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take into consideration)λαμβάνω υπόψη, λαμβάνω υπόψη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you use a pesticide, you must take account of various health and safety considerations.
take action v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (act, do [sth] practical)αναλαμβάνω δράση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We can't just ignore the situation - we must take action.
 Δεν μπορούμε απλά να αγνοήσουμε την κατάσταση, πρέπει να αναλάβουμε δράση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'take' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: take the [money, bribe, offer, proposal], took [two, three, ten] takes (to), take a [shower, bath, phone call], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση take στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'take'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης