system

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɪstəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɪstəm/ ,USA pronunciation: respelling(sistəm)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organized approach) (οργανωμένη προσέγγιση)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μέθοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μεθοδολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (σειρά, αλληλουχία)πρόγραμμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We have a system for fixing this problem. You must follow it step by step.
 Έχουμε σύστημα για τη διόρθωση τέτοιων προβλημάτων. Πρέπει να το ακολουθήσεις βήμα βήμα.
 Έχουμε μέθοδο για τη διόρθωση τέτοιων προβλημάτων. Πρέπει να την ακολουθήσεις βήμα βήμα.
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (classification) (κατάταξη)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We have developed a system to classify animal species.
 Έχουμε αναπτύξει ένα σύστημα κατάταξης των ειδών ζώων.
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nervous, digestive, lymphatic, etc.) (νευρικό, πεπτικό κλπ)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The doctor diagnosed the problems his patient was having with his nervous system.
 Ο γιατρός διέγνωσε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ασθενής με το νευρικό του σύστημα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organized mechanical parts)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The system works through a set of interlocking wheels.
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (the body)οργανισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My system still hasn't recovered from that bad food that I ate two days ago.
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scientific principles)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The Newtonian system of mechanics was enormously successful.
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (political)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The capitalist system is failing many people.
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prevailing political situation)καθεστώς ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αρνητική σημασία)κατεστημένο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The current system of government gives extremists too much power.
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer setup)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My system is about four years old. I think it is time for a new computer.
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gravitational)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There are twelve planets in this system.
system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (geological) (γεωλογία)σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Iceland has some really fascinating rock systems.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
alarm system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (warns of intruders)σύστημα συναγερμού ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Following a burglary, I had an alarm system installed.
autonomic nervous system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (controls involuntary functions)αυτόνομο νευρικό σύστημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
BBS nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. obsolete, initialism (bulletin board system)ηλεκτρονικός πίνακας ανακοινώσεων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
buck the system v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (do [sth] unconventional)αντιστέκομαι στο κατεστημένο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω κόντρα στο σύστημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
buck the system v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (do [sth] opposed)αντιστέκομαι στο κατεστημένο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω κόντρα στο σύστημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
buddy system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (pairing to help [sb])συνεργασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We use a buddy system for swimming, so you are always with a partner.
bulletin board system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. obsolete (computer: interactive system)σύστημα πίνακα ανακοινώσεων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Originally you could only access a bulletin board system over a phone line using a modem.
canal system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manmade waterways)δίκτυο τεχνητών καναλιών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She spent her vacation cruising the canal system of France on a houseboat.
circulatory system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blood circulation)κυκλοφορικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
  κυκλοφορικό επίθ ως ουσ ουδ
 Regular exercise is good for the circulatory system.
cooling system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (equipment that cools a building)σύστημα ψύξης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
cooling system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (equipment that cools an engine)σύστημα ψύξης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
DBMS nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (database management system)Σύστημα Διαχείρισης Βάσης Δεδομένων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
delivery system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (apparatus: dispenses [sth])σύστημα διακίνησης, σύστημα διανομής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
digestive system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anatomy: alimentary canal)πεπτικό σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The purpose of the digestive system is to turn the food we eat into fuel for our bodies.
drainage system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (apparatus for removing excess water)δίκτυο αποχέτευσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 They're laying down a drainage system in the lower field.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αφού αγοράσαμε το σπίτι συνειδητοποιήσαμε ότι η περιοχή δεν είχε ακόμη δίκτυο αποχέτευσης.
early warning system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: radar network) (στρατιωτικά ραντάρ)σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
early warning system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (steps for spotting potential problems)σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
EMS nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (European Monetary System)Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
entertainment system,
home entertainment system
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(stereo: hifi)σύστημα ψυχαγωγίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
exhaust system (mechanics)σύστημα εξάτμισης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
feudal system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (peasant and lord system)φεουδαρχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  φεουδαρχικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
free-enterprise system,
free enterprise system
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(economy with market-determined prices)σύστημα ελεύθερης αγοράς, σύστημα ελεύθερης οικονομίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
healthcare system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (coordinated medical services)σύστημα υγείας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  σύστημα υγειονομικής περίθαλψης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
honor system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (promise to be honest)σύστημα που λειτουργεί με βάση την εντιμότητα των εμπλεκομένων β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
immune system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biological defence mechanisms)ανοσοποιητικό σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 During flu season it's important to keep your immune system strong to avoid getting sick.
judicial system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal structures)δικαστικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
legacy system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: outdated technology)σύστημα κληρονομιάς, κληροδοτημένο σύστημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The program does not support legacy systems such as Windows 98.
 Το πρόγραμμα δεν υποστηρίζει συστήματα κληρονομιάς όπως τα Windows 98.
legal system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (judicial structures and processes: law)νομικό σύστημα, δικαιοσύνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Our legal system seems to place more value on property than on human life.
life-support system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical machine)σύστημα υποστήριξης ζωής φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
lymphatic system,
lymph system
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(anatomy)λεμφικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
marketing system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (advertising strategy)μέθοδοι μάρκετινγκ, στρατηγική μάρκετινγκ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
merit system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (civil service: merit based employment and promotion)αξιοκρατικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
 We use the merit system here, basing promotions on ability rather than seniority.
metric system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decimal measures)μετρικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
 Road signs in the UK do not use the metric system.
mountain system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chain of mountain ranges)οροσειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ορεινό σύστημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The Alps are a relatively recent mountain system in south-central Europe.
National Healthcare System nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government-run medical services)Εθνικό Σύστημα Υγείας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
nervous system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anatomy: brain and nerves)νευρικό σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He had a disease of the nervous system that gradually resulted in a complete loss of mobility.
nonlinear system,
non-linear system
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(chaotic system of equations)μη γραμμικό σύστημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
number system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (system for representing numbers)αριθμητικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
operating system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (software enabling use of computer)λειτουργικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
  λειτουργικό επίθ ως ουσ ουδ
 What operating system are you using on your computer?
OS nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. acronym (operating system)λειτουργικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
  λειτουργικό επίθ ως ουσ ουδ
 My OS is slow; I need to delete some files.
PA system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbr (public address system: loudspeakers)εσωτερικό μεγαφωνικό δίκτυο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The lost child was found in the shopping mall thanks to the alert given over the PA system.
patent system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (procedure for granting copyright)σύστημα χορήγησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σύστημα παροχής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σύστημα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
peripheral nervous system (anatomy)περιφερικό νευρικό σύστημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
political system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organization of politics)πολιτικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
 The political system in our country needs reform.
postal system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organized handling and delivery of mail)ταχυδρομικό σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
public address system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (loudspeaker)μεγάφωνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σύστημα δημόσιων αναγγελιών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  σύστημα αναγγελιών κοινού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The lost child was found, thanks to the alert given over the public address system.
 Το παιδί που χάθηκε βρέθηκε, χάρη στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αναγγέλθηκε μέσω του συστήματος δημόσιων αναγγελιών.
public health system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical services available to all)σύστημα δημόσιας υγείας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Budget cuts severly impacted the public health system last year.
respiratory system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organs used for breathing)αναπνευστικό σύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Your cough could be the result of a mild infection in the respiratory system.
school system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (state education) (εκπαίδευση)σχολικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
security system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prevents theft, intrusion)σύστημα ασφαλείας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The company supplies burglar alarms and other security systems.
sewer system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (underground waste treatment network)δίκτυο αποχέτευσης, δίκτυο υπονόμων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  σύστημα αποχέτευσης, σύστημα υπονόμων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
solar system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sun and planets)ηλιακό σύστημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
sound system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (equipment for playing music)ηχοσύστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
spoils system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (politics: benefits to supporters)σύστημα πελατειακών σχέσεων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  ευνοιοκρατία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  νεποτισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
sprinkler system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spray device for watering soil)σύστημα τεχνητής βροχής φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (λόγιος)σύστημα καταιόνησης, σύστημα καταιονισμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
star system (movie industry) (στον προφορικό λόγο)star system ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
support system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (people providing support)ομάδα στήριξης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
sympathetic nervous system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anatomy: part of nervous system)συμπαθητικό νευρικό σύστημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
system failure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (technical breakdown)αποτυχία συστήματος, αστοχία συστήματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
system meltdown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (total technical breakdown)κατάρρευση συστήματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
system of beliefs nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ethos, philosophy)σύστημα ιδεών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
system of values nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ethos, moral philosophy)σύστημα αξιών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Each religion has a system of values by which people may live better, more meaningful lives.
system recovery nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (restoring computer files after system failure)επαναφορά συστήματος, ανάκτηση συστήματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
system requirements nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (specifications needed to run a program)απαιτήσεις συστήματος φρ ως ουσ θηλ πλ
transit system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (public transport service)σύστημα δημόσιων συγκοινωνιών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
two-party system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government: two political parties)δικομματικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
value system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (moral code, ethos)σύστημα αρχών, σύστημα αξιών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A group's value system determines what is acceptable behavior for its members.
water system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (system of supplying water)σύστημα παροχής νερού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  σύστημα νερού, σύστημα ύδατος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (κατοικημένη περιοχή)σύστημα ύδρευσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
water system nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (river and its branches)υδατικό σύστημα επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'system' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [intestinal, digestive, reproductive, cardiovascular] system, [suffered, experienced] a system [error, fault, failure, anomaly], the [plumbing, draining, sewage, electrical] system, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση system στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'system'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης