swindle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswɪndəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈswɪndəl/ ,USA pronunciation: respelling(swindl)

Inflections of 'swindle' (v): (⇒ conjugate)
swindles
v 3rd person singular
swindling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
swindled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
swindled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swindle [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cheat, take by deception)εξαπατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)τη φέρνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
swindle [sb] out of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take [sth] by deception)αποσπώ κτ από κπ ρ μ + πρόθ
  (κπ για να του πάρω κτ)εξαπατώ, ξεγελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The con artists swindled the wealthy man out of his entire fortune.
swindle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of cheating)απάτη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)απατεωνιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπίσημο)κομπίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The con men planned the swindle carefully.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'swindle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [a dishonest, an illegal] swindle, hey, this is a swindle!, hey, that was a swindle!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swindle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'swindle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης