swill

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswɪl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/swɪl/ ,USA pronunciation: respelling(swil)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pigswill: slops fed to pigs) (τροφή για γουρούνια)χυλός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  λύματα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The farmer poured the swill into the hog trough.
swill [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." pejorative, informal (gulp, drink greedily) (ανεπίσημο)κατεβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jerry swilled the wine, emptying the glass almost immediately.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'swill' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swill στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'swill'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης