UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswɪg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/swɪg/ ,USA pronunciation: respelling(swig)

Inflections of 'swig' (v): (⇒ conjugate)
v 3rd person singular
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
swig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large mouthful, gulp)μεγάλη γουλιά επίθ + ουσ θηλ
 The swig of root beer quenched Eddie's thirst.
swig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (drink in large mouthfuls) (λαίμαργα)καταπίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The baseball player swigged a can of beer after the big game.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swig στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'swig'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά


Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης