swiftly

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswɪftli/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swiftly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (quickly)γρήγορα, γοργά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (ανεπίσημο)σβέλτα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The deer ran swiftly through the forest.
 Το ελάφι έτρεχε γρήγορα (or: γοργά) μέσα στο δάσος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'swiftly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
dart - swat - whiz
Συμφράσεις: [answered, replied, responded, reacted] swiftly, respond swiftly to (the) [questions, enquiries], acted swiftly in response to the [call, emergency], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swiftly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'swiftly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης