swell

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswɛl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/swɛl/ ,USA pronunciation: respelling(swel)

Inflections of 'swell' (v): (⇒ conjugate)
swells
v 3rd person singular
swelling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
swelled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
swollen
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swell viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (expand, grow)πρήζομαι, φουσκώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)εξογκώνομαι, διογκώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο: ιατρική)παρουσιάζω οίδημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Wendy's ankle swelled after she slipped on the wet rocks.
 Ο αστράγαλος της Γουέντι πρήστηκε αφού γλίστρησε στα βρεγμένα βράχια.
swell viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (get bigger)αυξάνομαι, μεγαλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The club started out as just a few people, but membership has been swelling over the past six months.
swell viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (grow louder)δυναμώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Somebody opened the front door of the house where the party was being held, and the music swelled.
swell adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, dated, slang (great) (καθομιλουμένη)τέλειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (παλαιό, αργκό)φίνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Larry's just landed a swell new job.
swell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ocean wave)κύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πολλά κύματα)φουσκοθαλασσιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The swell of the ocean rocked the boat gently.
swell interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US, dated, slang (great) (καθομιλουμένη)τέλεια επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (παλαιό, αργκό)φίνα επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 You can make it tonight? Swell!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swell adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, ironic, slang (not good) (καθομιλουμένη, ειρωνικό)ό,τι πρέπει, ό,τι χρειάζομαι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αυτό μου έλειπε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 A flat tire when I'm already late for work? Well, that's just swell!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
swell up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (become enlarged)πρήζομαι, διογκώνομαι, φουσκώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My hands swelled up after I took the medication.
swell up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative, informal (be very proud) (μεταφορικά)φουσκώνω, κορδώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Just look at him swell up when somebody asks him about his girlfriend.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'swell' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (can, will) swell in size, swell [due to, because of], my [hand, eye, throat] is swelling up , περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swell στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'swell'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης