sweetness

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswiːtnəs/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sweetness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (how sweet [sth] is)γλύκα, γλυκάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πιο επίσημο)γλυκύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The sweetness of the cake was overwhelming; Elisabeth made a mental note to reduce the amount of sugar next time she made it.
sweetness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (being sweet)γλύκα, γλυκάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πιο επίσημο)γλυκύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Adam bit into the strawberry, savouring its sweetness.
sweetness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kindness)γλύκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λόγιος)γλυκύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ευγένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The old lady was touched by the little boy's sweetness when he brought her a flower.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sweetness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: out of the sweetness of his heart, was attracted to her sweetness, was attracted to the sweetness in her [face, eyes, smile], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sweetness στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sweetness'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης