sweetmeat

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswiːtˌmiːt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈswitˌmit/ ,USA pronunciation: respelling(swētmēt′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sweetmeat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. archaic, usually plural (food: cake, sugary treat)γλυκό επίθ ως ουσ ουδ
  γλύκισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sweetmeat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sweetmeat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης