sweetheart

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswiːthɑːrt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈswitˌhɑrt/ ,USA pronunciation: respelling(swēthärt′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sweetheart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lover) (σύντροφος)αγαπημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)καλός επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Give a rose to your sweetheart.
 Πρόσφερε στην αγαπημένη σου ένα τριαντάφυλλο.
 Πρόσφερε στην καλή σου ένα τριαντάφυλλο.
sweetheart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (adorable person)αξιαγάπητος, αξιολάτρευτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ανεπίσημο)γλύκας ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  σκέτη γλύκα φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 What a sweetheart you are!
 Είσαι αξιαγάπητος(or: αξιολάτρευτος)!
 Είσαι γλύκας!
sweetheart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (affectionate term of address)αγάπη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  γλυκέ μου, γλυκιά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καλέ μου, καλή μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Come here, sweetheart, and give me a hug.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sweetheart' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: my [childhood, teenage, high school] sweetheart, a sweetheart [deal, locket, wreath], [fell in love with, married] her [childhood] sweetheart, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sweetheart στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sweetheart'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης