sweetener

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswiːtər/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(swētn ər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sweetener nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (substitute for sugar)γλυκαντική ουσία επίθ + ουσ θηλ
 Ray doesn't like to use sweeteners in his food.
sweetener nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (bribe) (ανεπίσημο)μίζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)λάδωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πιο επίσημο)δέλεαρ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The sweetener was an extra thousand dollars.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sweetener' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sweetener στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sweetener'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης