Σε αυτή τη σελίδα: sweeping, sweep

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sweeping nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (using broom)σκούπισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 At the end of the day, there was a great deal of cleaning and sweeping.
 Στο τέλος της ημέρας έγινε πολύ καθάρισμα και σκούπισμα.
sweeping adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (affecting many) (μεταφορικά)σαρωτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The new government implemented sweeping reforms.
 Η καινούρια κυβέρνηση εφάρμοσε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις.
sweeping adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (indiscriminate) (μεταφορικά)σαρωτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  γενικευμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (εμφατικός τύπος)υπεργενικευμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The speaker shocked everyone by making the sweeping assertion that men don't do housework.
 Ο ομιλητής σόκαρε τους πάντες με τον γενικευμένο ισχυρισμό ότι οι άντρες δεν κάνουν δουλειές του σπιτιού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sweep viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (clean a floor)σκουπίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Robert cleaned and swept before he went to bed.
 Ο Ρόμπερτ καθάρισε και σκούπισε πριν πάει για ύπνο.
sweep [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (clean: a floor)σκουπίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)σαρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Helen swept the kitchen floor after she'd finished cooking.
 Αφού τελείωσε το μαγείρεμα, η Έλεν σκούπισε το πάτωμα της κουζίνας.
sweep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of brushing or cleaning)σκούπισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The bathroom floor is covered in hairs; a sweep will get it clean.
 Το πάτωμα στο μπάνιο είναι γεμάτο τρίχες. Ένα σκούπισμα θα το καθαρίσει.
sweep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (movement in an arc)κίνηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (περιγραφικά)σαρωτική κίνηση επίθ + ουσ θηλ
  κυκλική κίνηση επίθ + ουσ θηλ
 With a sweep of his hand, the musketeer brought his sword to his enemy's throat.
 Με μια σαρωτική κίνηση του χεριού του ο μουσκετοφόρος έφερε το ξίφος του στον λαιμό του εχθρού του.
sweep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (betting pool)κλήρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Carol won the sweep.
 Η Κάρολ κέρδισε την κλήρωση.
sweeps nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." informal (sweepstakes)λαχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  λοταρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sweep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cervical sweep, membrane sweep)αποκόλληση μεμβρανών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  δακτυλική αποκόλληση υμένων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Elizabeth needed a sweep to induce childbirth.
sweep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (search) (μεταφορικά)σάρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)σάρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αναζήτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Αποδίδεται συχνά με το ρήμα «σαρώνω».
 The sweep of the area failed to find the criminal.
sweep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extent, expanse)έκταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tom stood outside his front door, looking at the sweep of the lawn in front of him.
sweep viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (extend)εκτείνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  φτάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The wooded slopes sweep down to a river.
sweep vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sports: win a series) (μεταφορικά)σαρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
sweep [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (clean: a chimney)καθαρίζω, σκουπίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Alan swept the chimney, ready to light the fire over the winter.
sweep [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (spread quickly across)εξαπλώνομαι, απλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Fire swept the building.
sweep off vtr + adv figurative (take, carry)παίρνω, μαζεύω, πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με γρήγορη κίνηση)αρπάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 John swept off the prize.
sweep [sth] for [sth] vtr + prep (search) (μεταφορικά)σαρώνω κτ για κτ ρ μ + πρόθ
  ψάχνω κτ για κτ, ερευνώ κτ για κτ ρ μ + πρόθ
 The squadron swept the area for mines. The spies swept the room for bugs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
sweeping | sweep
ΑγγλικάΕλληνικά
sweeping change nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (far-reaching amendments)σημαντικές αλλαγές επίθ + ουσ θηλ πλ
  εκτεταμένες αλλαγές επίθ + ουσ θηλ πλ
 The banking system should undergo sweeping changes.
sweeping change nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (dramatic transformation)σαρωτικές αλλαγές επίθ + ουσ θηλ πλ
 Obama hopes to bring about sweeping change in the US healthcare system.
sweeping movement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (swooping action, curved gesture) (κυριολεκτικά, μεταφορικά)σαρωτική κίνηση επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sweepings στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sweepings'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης