surrender

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/səˈrɛndər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/səˈrɛndɚ/ ,USA pronunciation: respelling(sə rendər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surrender viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (give up, yield)παραδίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (λόγιο)ενδίδω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I surrender; you win.
 Παραδίνομαι, κέρδισες.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ενέδωσε στο πάθος της χαρτοπαιξίας και κατέστρεψε τη ζωή της οικογένειάς του.
surrender viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (military: yield to enemy)παραδίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The troops surrendered once they were surrounded.
 Τα στρατεύματα παραδόθηκαν, όταν είχαν περικυκλωθεί.
surrender [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hand over: weapons)παραδίδω, παραδίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Surrender your weapons!
surrender [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hand over, give up)παραδίδω, παραδίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He surrendered his driver's license to the police.
surrender [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (military: relinquish, give up)παραδίδω, παραδίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They surrendered the territory to the invaders.
surrender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (submission)παράδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The chase ended with the suspect's surrender.
 Η καταδίωξη έληξε με την παράδοση του υπόπτου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surrender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (abandonment)παράδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The priest spoke of the need for surrender to God's will.
surrender nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (handing over)παράδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The peace agreement is dependent on the surrender of their weapons.
surrender yourself to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give in to [sth] tempting)ενδίδω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)αφήνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 She surrendered herself to the joy of the music.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cash surrender value nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (insurance payout)αξία ασφαλιστηρίου συμβολαίου πριν από τη λήξη του φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'surrender' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: surrender to the [enemy, opponent], [formal, complete, unconditional, conditional] surrender, surrender to [England], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση surrender στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'surrender'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης