surge

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈs3ːrdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/sɝdʒ/ ,USA pronunciation: respelling(sûrj)

Inflections of 'surge' (v): (⇒ conjugate)
surges
v 3rd person singular
surging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
surged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
surged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sudden rush) (μεταφορικά)κύμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A surge of people headed for the stadium exit as soon as the game was over.
 Ένα κύμα ανθρώπων κατευθύνθηκε προς την έξοδο του γηπέδου μόλις τελείωσε ο αγώνας.
surge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical)υπέρταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The storm caused a power surge and damaged Mark's computer.
 Η καταιγίδα προκάλεσε υπέρταση στο ηλεκτρικό δίκτυο και κατέστρεψε τον υπολογιστή του Μαρκ.
surge viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (increase forcefully) (μεταφορικά)εκτοξεύομαι, εκτινάσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The business surged ahead, going from one success to another.
 Η επιχείρηση εκτοξεύτηκε (or: εκτινάχτηκε) σημειώνοντας τη μια επιτυχία μετά την άλλη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sea) (θάλασσας, κυμάτων)φούσκωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  φουσκοθαλασσιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The surge of the waves nearly pulled Ursula under, but she managed to swim back to shore.
surge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase in prices) (μεταφορικά)εκτόξευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  απότομη αύξηση επίθ + ουσ θηλ
 Unrest in the Middle East caused a surge in oil prices.
surge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (sudden increase) (μεταφορικά)εκτόξευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  απότομη αύξηση επίθ + ουσ θηλ
 There has been a surge in the crime rate over the last year.
surge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (wave of emotion) (μεταφορικά)κύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πλημμύρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Anna felt a surge of guilt every time she thought of what she'd done.
surge viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sea: move forcefully) (προς κάτι)κατευθύνομαι ορμητικά, πηγαίνω ορμητικά, κινούμαι ορμητικά ρ αμ + επίρ
 The waves surged towards the beach.
surge viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (move forcefully) (καθομιλουμένη)πετάγομαι, πετιέμαι, τινάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  εκτινάσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χιμάω, χιμώ, ορμάω, ορμώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Lydia pressed her foot down on the accelerator and the car surged forward.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
storm surge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (abnormal sea rise)κύµα θύελλας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
surge of anger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sudden feeling of rage)κύμα οργής φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (λιγότερο έντονο)κύμα θυμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 When she thought of how he had betrayed her, she felt a surge of anger.
surge protector nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (high-voltage protector) (συσκευή, όχι διαδικασία)προστασία από υπέρταση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'surge' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a surge protector, there has been a surge in [production, prices, profits], has been a surge of interest in, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση surge στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'surge'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης