surfing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɜːrfɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɝfɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(sûrfing)

Σε αυτή τη σελίδα: surfing, surf

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surfing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: riding waves)σέρφινγκ, σερφ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (επίσημο)κυματοδρομία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Surfing's very popular here, even though the water's always cold.
 Το σέρφινγκ είναι πολύ δημοφιλές εδώ, ακόμη κι αν το νερό είναι πάντοτε κρύο.
surfing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (internet: browsing) (στο διαδίκτυο)πλοήγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)σερφάρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Surfing can be a serious time-waster.
surfing,
surfboarding
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(engaged in surfboarding)που κάνει σερφ, που κάνει σέρφινγκ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The photographers took several shots of the surfing teenagers.
surfing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (browsing the Internet) (σε γενική)πλοήγησης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη: σε γενική)σερφαρίσματος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The survey assesses the surfing habits of teenagers.
 Η μελέτη ασχολείται με τις συνήθειες σερφαρίσματος των εφήβων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surf viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sport)κάνω σερφ, κάνω σέρφινγκ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The group of friends live near the beach and they all surf at the weekends.
 Η παρέα των φίλων μένει κοντά στην παραλία και όλοι κάνουν σέρφινγκ τα σαββατοκύριακα.
surf viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative, informal (TV, internet: look around) (καθομ: Ίντερνετ)σερφάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομ: τηλεόραση)κάνω ζάπινγκ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο: γενικά)χαζεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The teacher told the class that the internet was good for research, but they should remain focused and not waste their time surfing.
 Ο δάσκαλος είπε στην τάξη του ότι το ίντερνετ ήταν καλό για έρευνα, αλλά θα πρέπει να μένουν συγκεντρωμένοι και να μην σπαταλάνε τον χρόνο τους σερφάροντας.
surf [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative, informal (TV, internet: look around) (καθομ: Ίντερνετ)σερφάρω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομ: τηλεόραση)κάνω ζάπινγκ σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο: γενικά)χαζεύω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 John flopped on the sofa and surfed the TV channels, looking for something good to watch.
 Ο Τζον σωριάστηκε στον καναπέ και έκανε ζάπινγκ στην τηλεόραση ψάχνοντας κάτι καλό για να δει.
surf nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (waves)κύματα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Emma stood on the beach, watching the surf.
 Η Έμα στεκόταν στην παραλία χαζεύοντας τα κύματα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
surfing | surf
ΑγγλικάΕλληνικά
ski surfing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (watersport: riding a jet ski) (ενέργεια: θαλάσσιο άθλημα)τζετ σκι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'surfing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [stand-up, professional, sports] surfing, [love, go, practice, teach] surfing, surfing is [a popular, an adventurous] sport, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση surfing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'surfing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης