sure

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈʃʊər/, /ˈʃɔːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ʃʊr/ ,USA pronunciation: respelling(shŏŏr, shûr)


Inflections of 'sure' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
surer
adj comparative
surest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (certain)σίγουρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  βέβαιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 "It's the 12th today." "Are you sure?"
 «Σήμερα είναι 12 του μηνός.» «Είσαι σίγουρος;»
sure,
sure that
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(with clause: certain) (ότι/πως)σίγουρος, βέβαιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I'm sure that I turned off the stove.
 Είμαι σίγουρος (or: βέβαιος) ότι έσβησα την κουζίνα.
sure of [sth] adj + prep (certain of [sth](για κάτι)σίγουρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Only reply if you are sure of the answer.
 Απαντήστε μόνο, εάν είστε σίγουροι για την απάντηση.
sure of [sth] adj + prep (confident) (για κτ ή για τον εαυτό μου)σίγουρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  βέβαιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The athlete was sure of his skills.
 Ο αθλητής ήταν σίγουρος για τις ικανότητες του.
sure of yourself adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (self-confident)σίγουρος για τον εαυτό μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
sure of [sth] adj + prep (certain to receive)κτ είναι σίγουρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Προσοχή στη διαφορετική σύνταξη.
 You're always sure of a warm welcome at this hotel.
 Σε αυτό το ξενοδοχείο είναι σίγουρο ότι θα σε καλωσορίσουν θερμά.
sure interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (Yes!)σίγουρα, βέβαια, οπωσδήποτε επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  εννοείται επίφ
 Will I help you move? Sure!
 Αν θα σε βοηθήσω να μετακομίσεις; Σίγουρα!
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sure to do [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (certain to do)είναι σίγουρο ότι θα κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σίγουρα θα κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That horse is sure to win the race; you should put a bet on him.
sure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hand: firm)σταθερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)σίγουρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The cook cut the meat with a sure hand.
sure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (infallible)αλάνθαστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αλάθητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)σίγουρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 For many, their conscience is the one, sure guide.
sure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (inevitable)σίγουρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  βέβαιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Today's game is a sure win for us.
sure advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, informal (surely)σίγουρα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  σαφώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 It sure is a hot day.
 Σίγουρα κάνει ζέστη σήμερα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
almost sure adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not quite certain)σχεδόν σίγουρος επίρ + επίθ
 I'm almost sure I turned the stove off, but maybe we should go back to check.
for sure advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (certainly, definitely)σίγουρα, βεβαίως, ασφαλώς, αδιαμφισβήτητα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Do you know that for sure or are you just guessing?
 Το ξέρεις σίγουρα αυτό ή κάνεις απλώς υποθέσεις;
make sure,
make sure that
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(with clause: ensure)βεβαιώνομαι, σιγουρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He made sure they were all listening before starting to speak. I always make sure that I lock the door when I leave.
 Πριν ξεκινήσει να μιλάει, βεβαιώθηκε πως όλοι άκουγαν.
make sure of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (ensure it is so)επιβεβαιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I think dinner is at six, but I'll phone Mary to make sure of it.
 Νομίζω το δείπνο είναι στις έξι, αλλά θα πάρω τη Μέρη για να το επιβεβαιώσω.
make sure v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (ascertain [sth])βεβαιώνομαι, σιγουρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I was almost certain I had packed everything I needed, but I took one last look at my list to make sure.
 Ήμουν σχεδόν σίγουρη πως είχα πάρει ότι χρειαζόμουν, έριξα όμως μια τελευταία ματιά στη λίστα μου για να βεβαιωθώ.
make sure,
make sure that
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(with clause: ascertain)επιβεβαιώνω, σιγουρεύομαι, βεβαιώνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teacher counted heads to make sure all her students were present.
 Η δασκάλα μέτρησε κεφάλια για να επιβεβαιώσει ότι όλοι οι μαθητές της ήταν παρόντες.
make sure to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (ensure you do [sth])βεβαιώνομαι ότι κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σιγουρεύομαι ότι κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Please make sure to lock all the windows and doors before you leave.
 Πριν φύγεις, βεβαιώσου ότι κλείδωσες όλα τα παράθυρα και τις πόρτες.
sure as hell advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." slang (definitely, certainly) (αργκό)δεν υπάρχει να μην έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)εννοείται πως έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φυσικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Whenever I bake cookies, sure as hell Jim will show up. I sure as hell don't want to eat here anymore – there's mould on my bread!
 Δεν υπάρχει να μην εμφανιστεί ο Τζιμ κάθε φορά που φτιάχνω μπισκότα. Εννοείται πως δεν θέλω να ξαναφάω εδώ, το ψωμί μου έχει μούχλα!
sure enough advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (as expected or predicted)ως συνήθως έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sure enough, the stray cat appears when it's time for supper.
sure enough adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (certain, not doubtful)αρκετά σίγουρος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 The police were sure enough that whoever had killed Brown had also murdered Wilkins.
sure sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clear indication)ξεκάθαρο σημάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 When she starts tapping her foot it's a sure sign she's angry.
sure thing interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (certainly, of course) (καθομιλουμένη)φυσικά επίφ
  εννοείται επίφ
 A: Can you lend me a pen? B: Sure thing!
sure thing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] certain)σίγουρο επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)στάνταρ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She knew that passing the test was a sure thing, so she didn't feel nervous.
 Το είχε στάνταρ ότι θα περάσει στο διαγώνισμα οπότε δεν ήταν αγχωμένη.
sure-fire adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (certain, reliable)σίγουρος, βέβαιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αλάνθαστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αξιόπιστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
surefooted,
sure-footed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having an unfaltering step) (κυριολεκτικά)που έχει σίγουρο βήμα, που έχει σταθερό βήμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
surefooted,
sure-footed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (confident, not faltering) (μεταφορικά)αξιόπιστος, σταθερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
that's for sure! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (expressing agreement)σίγουρα, βεβαίως, βέβαια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 This operation will relieve the pain in your abdomen – that's for sure!
to be sure advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (certainly)σίγουρα, βέβαια, φυσικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sure' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (it's) a sure thing, I'm sure of it!, are you sure about [that, this]?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sure στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sure'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης