superior

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/suːˈpɪərɪə/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/səˈpɪriɚ, sʊ-/ ,USA pronunciation: respelling(sə pērē ər, sŏŏ-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
superior adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (better)καλύτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ανώτερης ποιότητας, ανώτερης κλάσης, ανώτερης κατηγορίας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (επίσημο)ανώτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The superior product is the more expensive one.
 Το ανώτερης ποιότητας προϊόν είναι το πιο ακριβό.
superior to [sth/sb] adj + prep (better than)καλύτερος από κτ/κπ επίθ + πρόθ
  ανώτερης ποιότητας από κτ/κπ, ανώτερης κλάσης από κτ/κπ, ανώτερης κατηγορίας από κτ/κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)ανώτερος από κτ/κπ επίθ + πρόθ
 That car is superior to this one because it is more aerodynamic and more fuel-efficient.
 Εκείνο το αυτοκίνητο είναι καλύτερο από αυτό εδώ επειδή είναι πιο αεροδυναμικό και πιο οικονομικό στην κατανάλωση βενζίνης.
superior adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of higher rank) (άτομο ή θέση)ανώτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (θέση, βαθμός)υψηλότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Patricia has been moving up the ladder at work, getting promotions to superior positions every few years.
 Η Πατρίτσια ανέρχεται στην εργασιακή κλίμακα παίρνοντας προαγωγή σε υψηλότερη θέση κάθε λίγα χρόνια.
superior to [sb] adj + prep (of higher rank than)ανώτερος από κπ επίθ + πρόθ
  (μόνο στο στρατό)πιο υψηλόβαθμος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Gerald is the manager, so he is superior to Robert, who is only the deputy manager.
 Ο Τζέραλντ είναι ο διευθυντής και έτσι είναι ανώτερος από τον Ρόμπερτ, ο οποίος είναι μόνο βοηθός διευθυντή.
superior adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (self-satisfied, arrogant)αλαζονικός, υπεροπτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ανεπίσημο)ψηλομύτικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I can't stand Paul's superior attitude.
 Δεν αντέχω την αλαζονική συμπεριφορά του Πώλ.
superior nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] of higher rank)ανώτερος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  (ανώτερος σε τμήμα)προϊστάμενος, προϊσταμένη ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 If you want a pay rise, speak to your superior.
 Άμα θέλεις αύξηση, μίλα στον προϊστάμενό σου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mother superior,
Mother Superior
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(abbess: head nun) (μοναστήρι)ηγουμένη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
superior court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (law: high court)Άρειος Πάγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'superior' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: superior [size, speed, strength], is made of superior quality [materials, steel], are superior in [number, strength], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση superior στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'superior'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης