suite

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈswiːt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/swit; for 3 often sut/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(swēt or, for 3 often, so̅o̅t)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
suite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hotel: 2+ rooms)σουίτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 For their anniversary trip, Elizabeth and Patrick reserved a suite, rather than just a room.
 Για το ταξίδι της επετείου τους η Ελισάβετ και ο Πάτρικ έκλεισαν μια σουίτα αντί για ένα απλό δωμάτιο.
suite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (set of matching furniture)σετ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  σύνθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tim and Lucy have just bought a new suite for their living room.
suite,
bathroom suite
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(matching bathroom fittings)σύνθεση μπάνιου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The shop had a suite on offer, consisting of a bath, wash basin, and toilet.
suite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (software)σουίτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
suite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music)σουίτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The composer wrote a suite for orchestra.
suite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (geology: collection of rocks) (στη γεωλογία)σειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
birthing room,
birthing suite
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(delivery suite for childbirth)αίθουσα τοκετού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
bridal suite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hotel room for newlyweds)νυφική σουίτα, γαμήλια σουίτα επίθ + ουσ θηλ
 The bridal suite was booked so we stayed in the penthouse.
 Η νυφική σουίτα ήταν κλεισμένη, γι' αυτό μείναμε στο δωμάτιο του ρετιρέ.
en suite advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (bathroom: adjoining room)μέσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: Συνηθέστερα αποδίδεται με τα αντίστοιχα επίθετα, βλ. παρακάτω.
 Each of our guest rooms has a bathroom en suite.
 Κάθε ένας από τους ξενώνες μας μέσα μπάνιο.
en suite,
en-suite
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(bathroom: adjacent)ιδιωτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομ: σε κρεβατοκάμαρα σπιτιού)δικός του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 The hotel has en-suite bathrooms.
 Το ξενοδοχείο έχει δωμάτια με ιδιωτικά (or: δικά τους) μπάνια.
junior suite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large hotel room)μικρή σουίτα επίθ + ουσ θηλ
  junior suite ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
suite of rooms nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (apartment in hotel)σουίτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Gonzalez rented a suite of rooms for himself and his wife.
three-piece suite,
3-piece suite
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(two armchairs and sofa)σετ σαλονιού με καναπέ και δύο πολυθρόνες φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Glenn has just bought a new three-piece suite.
tout de suite Gallicism (immediately)αμέσως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (λόγιο)πάραυτα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'suite' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has an en-suite bathroom, the [hotel's, resort's] honeymoon suite, booked the honeymoon suite, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση suite στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'suite'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης