subsidiary

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/səbˈsɪdiəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/səbˈsɪdiˌɛri/ ,USA pronunciation: respelling(səb sidē er′ē)

Inflections of 'subsidiary' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": subsidiaries

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subsidiary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (company)θυγατρική εταιρεία επίθ + ουσ θηλ
  θυγατρική επίθ ως ουσ θηλ
 This company has subsidiaries all over the world.
 Αυτή η εταιρεία έχει θυγατρικές σε όλο τον κόσμο.
subsidiary adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (secondary)δευτερεύων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  (καθομιλουμένη)βοηθητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 A number of subsidiary roads lead off the main road.
 Αρκετοί βοηθητικοί δρόμοι οδηγούν μακριά από τον κεντρικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'subsidiary' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a subsidiary [branch, office, company], a subsidiary [member, manager, body] (of), subsidiary [points, issues, matters], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση subsidiary στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'subsidiary'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης