subject

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations noun: /ˈsʌbdʒɪkt/, verb: /səbˈdʒɛkt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/n., adj. ˈsʌbdʒɪkt; v. səbˈdʒɛkt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n., adj. subjikt; v. səb jekt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subject matter, theme)θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 What is the subject of that book?
 Τι θέμα έχει αυτό το βιβλίο;
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (school, academic)μάθημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I am studying three subjects in the morning: Chemistry, English and French.
 Το πρωί έχω τρία μαθήματα: Χημεία, Αγγλικά και Γαλλικά.
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grammatical) (γραμματική)υποκείμενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The subject usually comes before the verb in English.
 Το υποκείμενο συνήθως έρχεται πριν από το ρήμα στα αγγλικά.
subject [sb] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make [sb] undergo [sth])υποβάλλω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 The police subjected the suspect to an intense interrogation.
 Η αστυνομία υπέβαλε τον ύποπτο σε σκληρή ανάκριση.
subject to [sth] adj + prep (conditional, depending upon)εξαρτώμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 All new policies are subject to the boss's approval.
 Όλες οι νέες πολιτικές εξαρτώνται από την έγκριση του αφεντικού.
subject to [sth] adj + prep (liable or prone to)υποκείμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  υπόκειμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)είναι πιθανό να περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This schedule is subject to last minute changes.
 Το πρόγραμμα υπόκειται σε αλλαγές της τελευταίας στιγμής.
 Είναι πιθανό να γίνουν αλλαγές της τελευταίας στιγμής στο πρόγραμμα.
subject to [sth] adj + prep (under the rule of [sth])υπόκειμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The politicians are subject to the will of the people.
 Οι πολιτικοί υπόκεινται στη βούληση του λαού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subject adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (ruled by another)υποτελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (χώρα που έχει κατακτηθεί)υπόδουλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  υποδουλωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Historians are studying the influence of subject peoples on the nations that ruled them.
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in a clinical trial, patient) (κλινικής μελέτης)υποκείμενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ασθενής ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The subject tried to stay still while the doctors looked at him.
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dead body)σωρός ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πτώμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The pathologist examined the subject carefully.
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (conscious being) (επιστημονικά: άνθρωπος)υποκείμενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)περίπτωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Students, please examine the subject and tell me what you think.
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person ruled by a king)υπήκοος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The English are subjects of their queen.
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (first term of a logical proposition)υποκείμενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The first term of a proposition is usually called the subject.
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heading in memos, email, etc.)θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Subject: next week's board meeting
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: object of study, experiment) (μελέτης, πειράματος)υποκείμενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 One-third of subjects reported headaches after taking the medication.
subject [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (control, rule)βρίσκομαι υπό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The country was subjected to the rule of emperors for several centuries.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
be subject to change viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be liable to vary)υπόκειμαι σε μεταβολές, υπόκειμαι σε αλλαγές, υπόκειμαι σε τροποποιήσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι αντικείμενο τροποποιήσεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The marriage laws are subject to change.
change the subject v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (start talking about [sth] else)αλλάζω θέμα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's change the subject and talk about something less depressing.
core subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (any foundational subject taught)μάθημα κορμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
core subjects nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." UK (English, math, science)μάθημα κορμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
main subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (academic studies: major)βασικό αντικείμενο σπουδών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She's doing Spanish at University but her main subject is Psychology.
main subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (primary topic under consideration)βασικό θέμα, κεντρικό θέμα, κύριο θέμα επίθ + ουσ ουδ
 The main subject of our meeting is the proposed change in office location.
subject area nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (field of study or knowledge)θεματική περιοχή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
subject in question nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (matter under discussion)εν λόγω θέμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  θέμα υπό εξέταση, θέμα υπό συζήτηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συγκεκριμένο θέμα επίθ + ουσ ουδ
subject index nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (alphabetical contents list)ευρετήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
subject line nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (e-mail, internet forum: message heading)γραμμή θέματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
subject matter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (theme or topic of discussion)υπό συζήτηση θέμα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The subject matter of today's lecture is water pollution.
 Το θέμα της σημερινής διάλεξης είναι η μόλυνση των υδάτων.
subject matter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (object of study)θέμα, αντικείμενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This painter chooses unconventional subject matter, such as litter on the sidewalk.
subject pronoun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pronoun in nominative case) (γραμματική)αντωνυμία σε ονομαστική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
subject to change without notice adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (liable to vary without warning)που μπορεί ν' αλλάξει χωρίς προειδοποίηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)που υπόκειται σε αλλαγές χωρίς προειδοποίηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tour prices are subject to change without notice due to currency fluctuations.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'subject' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: subjected him to [torture, questioning, interrogation], [academic, school] subjects, the [book's, movie's] the subject matter, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση subject στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'subject'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης