subcontractor

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌsʌbkənˈtræktər/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(sub kontrak tər, subkon′-, sub′kən traktər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subcontractor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] working for contractor) (επίσημο)υπεργολάβος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  εξωτερικός συνεργάτης επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 Catherine works as a subcontractor at the Centers for Disease Control.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση subcontractor στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'subcontractor'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης