Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

sub judice

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌsʌbˈdʒuːdɪsi/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(sub jo̅o̅di sē′; Lat. sŏŏb yo̅o̅di ke′)


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο sub παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: judice

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation, informal (submarine)υποβρύχιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A Russian nuclear sub is in distress near Alaska.
 Ένα ρωσικό πυρηνικό υποβρύχιο βρίσκεται σε κίνδυνο κοντά στην Αλάσκα.
sub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, abbreviation (submarine sandwich)μπαγκέτα με αλλαντικά, τυριά και λαχανικά β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 We split a 12-inch sub for lunch.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
sub for [sb] vi + prep informal, abbreviation (be substitute for, stand in for)αντικαθιστώ, υποκαθιστώ, αναπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I often sub for the English teacher at the public school.
 Συχνά αντικαθιστώ τον καθηγητή αγγλικών στο δημόσιο σχολείο.
sub rosa advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin (confidentially, secretly)μυστικά, κρυφά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  στα κρυφά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
sub rosa adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." Latin (confidential, secret)μυστικός, κρυφός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
sub sandwich nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, abbreviation (submarine sandwich)σάντουιτς σε μπαγκέτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
sub-machine-gun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (weapon)υποπολυβόλο, οπλοπολυβόλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
sub-Saharan adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (south of Sahara Desert)υποσαχάριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
sub-zero,
also US: subzero
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(temperature: below freezing)κάτω από το μηδέν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθαρεύουσα)υπό το μηδέν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
subbranch,
also UK: sub-branch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(subordinate company branch)υποκατάστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
sublieutenant,
also UK: sub lieutenant,
sub-lieutenant
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(military rank below lieutenant) (στρατός)ανθυπολοχαγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (αεροπορία)ανθυποσμηναγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
submarine sandwich nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (long sandwich)σάντουιτς ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (κατά λέξη)σάντουιτς με μεγάλο μήκος β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
submenu,
sub-menu
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(computer: list of commands)υπομενού ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  δευτερεύον μενού επίθ + ουσ ουδ
subprime,
sub-prime
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(loan: below prime rate) (δάνειο)υψηλού κινδύνου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
subprime mortgage,
sub-prime mortgage
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(loan: below prime rate)ενυπόθηκο δάνειο υψηλού κινδύνου, στεγαστικό δάνειο μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
subprofessional,
sub-professional
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(highly-trained assistant)εξειδικευμένος βοηθός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
subprofessional,
sub-professional
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(assistant: highly trained)εξειδικευμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
subprofessional,
sub-professional
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(not to professional standards)επαγγελματικά ανεπαρκής επίρ + επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sub judice στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sub judice'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης