stint

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstɪnt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/stɪnt/ ,USA pronunciation: respelling(stint)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (time period)θητεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (χρόνος)διάστημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  περίοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ: για λίγο καιρό)πέρασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He did a two-year stint in the army.
 Υπηρέτησε μια διετή θητεία στον στρατό.
stint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (session of work, duty)θητεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He did two stints in the Atlanta office last year.
 Έκανε δυο θητείες στο γραφείο της Ατλάντα πέρσι.
stint viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be sparing)τσιγκουνεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω τσιγκουνιές έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Put plenty of rum in the punch. Don't stint.
 Βάλε μπόλικο ρούμι στο παντς. Μην κάνεις τσιγκουνιές.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
stint on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be sparing)τσιγκουνεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω οικονομία σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο)είμαι φειδωλός με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you want to throw a good party, don't stint on the booze.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: doesn't stint when it comes to [parties, buying new clothes, her child], did not stint on the [food, wine, decorations], during my (short) stint as a [policeman, professor], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stint στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'stint'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης