stern

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstɜːn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/stɝn/ ,USA pronunciation: respelling(stûrn)

Inflections of 'stern' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
sterner
adj comparative
sternest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stern adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (severe, serious)αυστηρός, σκληρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  βλοσυρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Alice's father was a stern man who expected his children to obey him at all times.
 Ο πατέρας της Άλις ήταν ένας βλοσυρός άνδρας που ήθελε τα παιδιά του να τον υπακούν συνέχεια.
stern adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (expressing annoyance)άγριος, βλοσυρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αγριεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  αυστηρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The teacher gave the misbehaving student a stern look.
 Ο δάσκαλος έριξε στον άτακτο μαθητή ένα αυστηρό βλέμμα.
stern adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (appearance: austere, forbidding)αυστηρός, σκληρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  βλοσυρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Harriet was a tall woman, with a stern face; people often felt a little nervous when they met her, but she was actually very kind.
 Η Χάριετ ήταν μια ψηλή γυναίκα με αυστηρό πρόσωπο. Ο κόσμος συχνά ένιωθε άγχος όταν τη γνώριζε, αλλά στην πραγματικότητα ήταν πολύ καλή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stern nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rear of boat)πρύμνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The sailor made his way to the stern.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stern' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: had a stern [look, expression] on her face, [gave, threw] them a stern [look], with a stern face, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stern στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'stern'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης