Σε αυτή τη σελίδα: starched, starch

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
starched adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fabric: made stiff with starch)κολλαρισμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
starch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in food)άμυλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Potatoes and rice contain starch.
 Οι πατάτες και το ρύζι περιέχουν άμυλο.
starch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for ironing) (σιδέρωμα)κόλλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Peter uses starch to make his shirt collars stiff.
 Ο Πήτερ χρησιμοποιεί κόλλα για να κάνει τους γιακάδες των πουκαμίσων του σκληρούς.
starch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (clothes, ironing)κολλαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Debbie starched the shirts.
 Η Ντέμπυ κολλάρισε τα πουκάμισα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
starch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (formality)τυπικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μτφ: ελαφρώς αρνητικό)ψυχρότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 James could tell his girlfriend's mother didn't like him from the starch in her manner.
starch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, colloquial, figurative (energy) (καθομιλουμένη)ο καλύτερός μου εαυτός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ζωντάνια, ενέργεια, ενεργητικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'starched' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση starched στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'starched'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης