star

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstɑːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/stɑr/ ,USA pronunciation: respelling(stär)

Inflections of 'star' (v): (⇒ conjugate)
stars
v 3rd person singular
starring
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
starred
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
starred
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (celestial body) (φυσική)αστέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Επίσης: άστρο
 The Sun is one of many stars.
 Ο Ήλιος είναι ένα από τα πολλά αστέρια.
star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (celebrity)αστέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)σταρ ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: σταρ: ουσ.αρ., ουσ.θηλ.: άκλιτο, ξενικό
 She is a big Hollywood star.
 Είναι ένα μεγάλο αστέρι του Χόλιγουντ.
 Είναι ένας μεγάλος σταρ του Χόλιγουντ.
star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (asterisk)αστερίσκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 To speak to an operator, press star.
 Για να μιλήσετε σε κάποιον υπάλληλο, πιέστε τον αστερίσκο.
star [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mark with an asterisk)βάζω αστερίσκο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ, παιδικό)βάζω αστεράκι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The teacher starred the correct answers.
 Ο δάσκαλος έβαλε αστερίσκο στις σωστές απαντήσεις.
star in [sth] vi + prep (play a leading role) (σε κάτι)πρωταγωνιστώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι πρωταγωνιστής, είμαι πρωταγωνίστρια ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  έχω τον πρωταγωνιστικό ρόλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The famous actress stars in a new drama.
 Η διάσημη ηθοποιός πρωταγωνιστεί σε μια νέα δραματική ταινία.
star adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (excellent, finest)καλύτερος, πρώτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)αστέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She is the star pupil in the class.
 Είναι ο καλύτερος (or: πρώτος) μαθητής της τάξης.
 Είναι το αστέρι της τάξης.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (main performer)πρωταγωνιστής, πρωταγωνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Our daughter is the star of the show.
star,
stars
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (destiny)πεπρωμένο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τύχη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Go to the city and follow your star.
star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (geometric figure) (σχήμα)αστέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The artists traced a star on the canvas.
star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prominent person) (μεταφορικά)αστέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Duane is the star of the sales team.
star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military decoration)αστέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 That general has four stars.
star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (award, rating)αστέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This restaurant has two Michelin stars. In London, we stayed in a five-star hotel.
star [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (set with stars)διακοσμώ με αστέρια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The students starred their art projects.
star [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (feature: a performer)έχω πρωταγωνιστή, έχω πρωταγωνίστρια ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  πρωταγωνιστώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The new movie stars my favourite actor.
 Η νέα ταινία έχει πρωταγωνιστή τον αγαπημένο μου ηθοποιό.
 Στη νέα ταινία πρωταγωνιστεί ο αγαπημένος μου ηθοποιός.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
all-star adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (featuring famous people) (μεταφορικά)γεμάτος αστέρια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διάσημος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αθλητικά)all-star επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος
 The new film has an all-star cast.
brittle star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of starfish)είδος αστερία β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
carambola,
star fruit,
starfruit
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(yellow Asian star-shaped fruit)καραμπόλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
co-star,
costar
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(actor: shares top billing)συμπρωταγωνιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Claudette Colbert was Clark Gable's co-star in the film "It Happened One Night."
 Η Κλοντέτ Κόλμπερτ ήταν η συμπρωταγωνίστρια του Κλαρκ Γκέιμπλ στην ταινία «Συνέβη Μια Νύχτα».
co-star viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (actor: share top billing)συμπρωταγωνιστώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 They fell in love while co-starring in a romantic comedy.
co-star with [sb] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (actor: share top billing)συμπρωταγωνιστώ με κπ ρ αμ + πρόθ
dwarf,
dwarf star
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(astronomy: small star)νάνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Very small stars are called dwarfs.
the Evening star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Venus as seen after sunset) (πλανήτης)Aφροδίτη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
fallen star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disgraced celebrity)ξεπεσμένος σταρ επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  πρώην σταρ επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  (άντρας ή γυναίκα)ξεπεσμένη διασημότητα επίθ + ουσ θηλ
five-star n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (hotel, etc.: rated five stars) (ξενοδοχείο)πέντε αστέρων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πεντάστερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
five-star n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." figurative (highly rated, recommended) (ως προς ποιότητα)εκλεκτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
four-star n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (military: being a full general, admiral)ανώτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (απόλυτη ακρίβεια)τεσσάρων αστέρων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  με 4 αστέρια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
four-star n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (hotel, etc.: rated four stars)τετράστερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  τεσσάρων αστέρων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
four-star general nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (high-ranking military officer)στρατηγός τεσσάρων αστέρων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Dwight David Eisenhower was a four-star-general.
gold star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (award for schoolwork) (όχι στην Ελλάδα)χρυσό αστέρι επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία με το ελληνικό σχολικό σύστημα. Μπορεί να αποδοθεί ελεύθερα ως «έπαινος».
 Sylvia got a gold star for her project.
Gold Star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (award given in Soviet Union) (παράσημο)Χρυσό Αστέρι επίθ + ουσ ουδ κύρ
Σχόλιο: Συχνά γράφεται εντός παρενθέσεων.
 The Soviet Union awarded the Gold Star to "heroes" of the communist state.
guest star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tv: famous actor playing a role)φιλική συμμετοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 James Franco was recently a guest star on the soap opera "General Hospital".
guiding star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person: inspires, leads)φωτεινό παράδειγμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
the morning star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Venus as seen before sunrise)άστρο της αυγής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Αυγερινός ουσ αρσ κύρ
morning star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medieval weapon)κεφαλοθραύστης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
movie star,
also UK: film star
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(famous film actor)αστέρι του κινηματογράφου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  κινηματογραφικός αστέρας επίθ + ουσ αρσ
 Now that he was a movie star everybody wanted to give him things for free.
neutron star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (star that has collapsed)αστέρας νετρονίων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
the North Star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (astronomy: polestar, Polaris)πολικός αστέρας επίθ + ουσ αρσ
 One can distinguish direction at night by following the North Star.
polar star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (north star)Βόρειο Άστρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You can find north by looking for the polar star.
polestar,
pole star
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Polaris, North Star) (αστερισμός, μικρή άρκτος)Πολικός Αστέρας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
polestar,
pole star
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(brightest star near celestial pole)αστέρι του βορρά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
polestar,
pole star
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (guiding principle, leader) (μτφ: πρότυπο)πυξίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μπούσουλας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
rising star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (up-and-coming performer) (μεταφορικά)ανερχόμενο αστέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αστέρι που ανατέλλει, αστέρι που γεννιέται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
shining star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (luminary, inspiring figure) (μεταφορικά)λαμπρό αστέρι επίθ + ουσ ουδ
shooting star,
falling star
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(meteor)διάττων αστέρας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (καθομιλουμένη)πεφταστέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I spent all last night trying to see a shooting star.
star anise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spice)γλυκάνισος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Star anise lends its flavor to many things including ouzo.
star chart,
star map
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(astronomy)χάρτης αστεριών, χάρτης αστέρων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
Star of Bethlehem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: star that led the Magi) (θρησκεία)το αστέρι της Βηθλεέμ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Wise Men followed the Star of Bethlehem to the stable where Jesus was born.
star-of-Bethlehem,
summer snowflake
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(plant) (μεταφορικά: φυτό)αστέρι της Βηθλεέμ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Star of David nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Judaism: six-pointed star) (θρησκεία)το αστέρι του Δαβίδ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
star player nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (top sportsperson in a team)κορυφαίος παίκτης, κορυφαία παίκτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  (μτφ, καθομιλουμένη)αστέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The team's star player is currently injured.
star sign nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (one of 12 signs of the Zodiac)ζώδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
star system (movie industry) (στον προφορικό λόγο)star system ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
Star Wars nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (defense program)αμυντικό σχέδιο των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
star-crossed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unlucky)άτυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κακότυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
the Star-Spangled Banner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (national anthem of United States) (εθνικός ύμνος των Η.Π.Α.)η αστερόεσσα σημαία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
star-studded adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (covered with stars)έναστρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I looked up at the star-studded sky.
star-studded adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (with many famous people)με πολλούς διάσημους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με πολλούς σταρ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γεμάτος διάσημους, γεμάτος σταρ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με μεγάλα ονόματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The movie boasts a star-studded cast.
starfish,
sea star
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(star-shaped sea creature)αστερίας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 We saw different kinds of starfish on the beach.
 Είδαμε διάφορα είδη από αστερίες στην παραλία.
top billing,
star billing
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(performer: most featured) (μεταφορικά)πρώτο όνομα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'star' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: starring in [the movie, a TV show], a [bright, lone, wandering, pulsating, glittering, shiny] star, [draw, make] a star shape, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση star στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'star'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης