stapler

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsteɪplər/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(stāplər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stapler nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: attaches papers)συρραπτικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You'll find staplers and paper clips next to the photocopier.
 Θα βρεις συρραπτικά και συνδετήρες δίπλα από το φωτοτυπικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a [wire, cable, paper, surgical, desk] stapler, a stapler for [wires], [fill, load, empty] the stapler, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stapler στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'stapler'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης