staple

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsteɪpəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsteɪpəl/ ,USA pronunciation: respelling(stāpəl)

Inflections of 'staple' (v): (⇒ conjugate)
staples
v 3rd person singular
stapling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
stapled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
stapled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
staple adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (basic)βασικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Bread and rice are staple foodstuffs.
 Το ψωμί και το ρύζι είναι βασικά τρόφιμα.
staple [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (papers: attach)συρράπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πιάνω κτ με συρραπτικό σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Janet stapled the memo to the report.
 Η Τζάνετ συνέρραψε το υπόμνημα στην αναφορά.
staple [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attach papers to one another)συρράπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πιάνω κτ με συρραπτικό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Lauren stapled the papers in order to keep them together. Please staple your report before you hand it in.
 Η Λώρεν συνέρραψε τα χαρτιά για να τα κρατήσει ενωμένα. Σε παρακαλώ να συρράψεις την αναφορά σου πριν την παραδώσεις.
staple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clip for papers) (από συρραπτικό)σύρμα, συρματάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αδόκιμο)συρραπτικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The staple attached the two documents firmly.
 Το σύρμα ένωνε τα δυο έγγραφα γερά.
staple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (basic element of [sth])τα βασικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βασικό στοιχείο επίθ + ουσ ουδ
 These are the staples of this project; we have to get these right.
 Αυτά είναι τα τα βασικά στοιχεία αυτού του πρότζεκτ. Πρέπει να τα πετύχουμε.
staple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (basic food, drink)τα βασικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βασικό τρόφιμο επίθ + ουσ ουδ
 It's a good idea to make sure your larder is stocked with staples.
 Είναι καλή ιδέα εξασφαλίζεις πως το κελάρι σου είναι εφοδιασμένο με τα βασικά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
staple diet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (usual food)βασική διατροφή επίθ + ουσ θηλ
staple gun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: fixes staples to surface)συρραπτικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
staple remover nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool: unpicks staples)αποσυρραπτικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μτφ, καθομιλουμένη)αποσυρραπτικό καβουράκι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'staple' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: use a staple [gun, remover], is part of a staple diet, are staple ingredients in [Asia, Europe, the USA], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση staple στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'staple'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης