standstill

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstændstɪl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈstændˌstɪl/ ,USA pronunciation: respelling(standstil′)

Σε αυτή τη σελίδα: standstill, stand still

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
standstill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stop, halt)ακινητοποίηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σταμάτημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The standstill on the highway made me late for work.
standstill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (state of inactivity)ακινησία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stand still viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (not move)μένω ακίνητος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν κουνιέμαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Stand still or the photo will turn out blurred.
stand still viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (not change, progress)μένω στάσιμος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά: ο χρόνος)παγώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Time had stood still: my grandparents' house looked exactly as it did when I was a child.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
standstill | stand still
ΑγγλικάΕλληνικά
at a standstill adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (traffic: not moving forward) (κίνηση)σταματημένος, κολλημένος, ακίνητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 When we saw the accident we understood why traffic was at a standstill.
at a standstill adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (not progressing) (μεταφορικά)σταματημένος, κολλημένος, ακίνητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We can't agree on the terms of the contract, so negotiations are at a standstill.
come to a standstill v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (vehicle, process: stop)σταματώ, ακινητοποιούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We made an emergency landing, and as soon as the aircraft came to a standstill we evacuated through the emergency doors.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'standstill' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση standstill στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'standstill'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης