stack

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstæk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/stæk/ ,USA pronunciation: respelling(stak)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pile)στοίβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ: όμοια πράγματα)ντάνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a stack of papers on the teacher's desk, waiting to be marked.
 Πάνω στο γραφείο του δασκάλου υπήρχε μια στοίβα γραπτών που περίμεναν να βαθμολογηθούν.
stack [sth] on [sth] vtr + prep (pile up)στοιβάζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  στοιβάζω κτ πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ: όμοια πράγματα)ντανιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Alison stacked the books on the table.
 Η Άλισον στοίβασε τα βιβλία στο τραπέζι.
 Η Άλισον στοίβασε τα βιβλία πάνω στο τραπέζι.
stack [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shelves: fill)γεμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The supermarket employee was stacking the shelves when Simon asked him which aisle the chocolate was in.
 Ο υπάλληλος του σούπερ μάρκετ γέμιζε τα ράφια, όταν ο Σάιμον τον ρώτησε σε ποιον διάδρομο ήταν οι σοκολάτες.
stack [sth] with [sth] vtr + prep (shelves: fill with [sth](ράφι με προϊόντα)γεμίζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  (προϊόντα σε ράφι)βάζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Maria was stacking the shelves with tins of beans.
 Η Μαρία γέμιζε τα ράφια με κονσέρβες φασολιών.
a stack of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (large quantity) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ένας σωρός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have a stack of work to do this week.
 Έχω ένα σωρό δουλειά να κάνω αυτήν την εβδομάδα.
stacks,
stacks of [sth]
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
figurative, informal (large quantity) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ένας σωρός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The teenager complained his teacher had given him stacks of homework to do.
 Ο έφηβος παραπονέθηκε ότι ο καθηγητής του τού είχε δώσει ένα σωρό εργασίες για το σπίτι.
stacks nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (library shelves)ράφια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Graduate students can go into the stacks to find their own books; undergraduates should ask library staff for assistance.
 Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές μπορούν να πηγαίνουν στα ράφια για να βρουν τα βιβλία τους. Οι προπτυχιακοί πρέπει να ζητάνε βοήθεια από το προσωπικό της βιβλιοθήκης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stack,
chimney stack
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
abbreviation, informal (smokestack)καπνοδόχος, καμινάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ: εργοστάσιο)φουγάρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Lydia looked at the tall stacks emerging from the building's roof.
stack [sth] against [sb] vtr + prep figurative, often passive (weight [sth] unfairly) (οι πιθανότητες)δεν είμαι με το μέρος κάποιου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He realised sadly that the odds were stacked against him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
stack up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative, slang (make sense) (μεταφορικά)βγάζω νόημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 No matter how you looked at it, the numbers simply didn't stack up.
 Όπως και να το έβλεπες τα νούμερα απλά δεν έβγαζαν νόημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blow your top,
blow your stack
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (become very angry)γίνομαι έξαλλος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)τα παίρνω, τα παίρνω στο κρανίο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
stack the deck,
stack the cards
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal, figurative (create an unfair advantage)δημιουργώ άδικο πλεονέκτημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (χαρτοπαίγνια)πειράζω την τράπουλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The dealer stacked the cards.
stack the deck against [sb/sth],
stack the cards against [sb/sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal, figurative (put [sb], [sth] at a disadvantage)φέρνω κπ/κτ σε μειονεκτική θέση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
stack [sth] up vtr + adv (arrange in a pile)στοιβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I stacked up all the books on my table.
 Στοίβαξα όλα τα βιβλία στο τραπέζι μου.
stack up vi + adv informal, figurative (accumulate)μαζεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stack' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a stack of [paperwork, homework] this high (to get through), gave me a stack of [paperwork] (this high) to do, a stack of [paperwork] to get through, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stack στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'stack'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης