squeeze

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskwiːz/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/skwiz/ ,USA pronunciation: respelling(skwēz)

Inflections of 'squeeze' (v): (⇒ conjugate)
squeezes
v 3rd person singular
squeezing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
squeezed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
squeezed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
squeeze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (compress with the hand)πατάω, πιέζω, συμπιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ζουπάω, ζουπώ, ζουλάω, ζουλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (δέρμα)τσιμπάω, τσιμπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Robert squeezed the ketchup bottle, trying to get the last bit out.
 Ο Ρόμπερτ ζούληξε (or: ζούπηξε) το μπουκάλι της κέτσαπ προσπαθώντας να βγάλει και την τελευταία σταγόνα.
squeeze [sth/sb] into [sth] vtr + prep (fit into a small space) (σε κτ ή μέσα σε κτ)στριμώχνω, χώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Nancy squeezed all her belongings into the car and set off for her new life.
 Η Νάνσι στρίμωξε όλα τα υπάρχοντά της στο αυτοκίνητο κι έβαλε πλώρη για τη νέα της ζωή.
squeeze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fruit: extract juice from)στύβω, στείβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 William squeezed the oranges to make juice for breakfast.
 Ο Γουίλιαμ έστειψε τα πορτοκάλια για να κάνει χυμό για το πρωινό.
squeeze [sth] from [sth] vtr + prep (juice: extract) (κάτι από κάτι)στύβω, στείβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Alice squeezed the juice from the lemons into a bowl.
 Η Άλις έστειψε τον χυμό από τα λεμόνια μέσα σε ένα μπολ.
squeeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tight grasp)ζούληγμα, ζούπηγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σφίξιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πίεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Leon felt the squeeze of Glenn's hand on his shoulder.
 Ο Λέον ένιωσε το σφίξιμο από το χέρι του Γκλεν στον ώμο του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the squeeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (financial restrictions) (μτφ: οικονομική)στενότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη, μτφ)στρίμωγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A lot of people have been feeling the squeeze since the beginning of the financial crisis.
squeeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (lover) (καθομιλουμένη)αμόρε ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (αργκό, πιθανά προσβλ)γκόμενος, γκόμενα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 There's Angela and her new squeeze.
squeeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crush in tight space)συνωστισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  στρίμωγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αργκό)πάστωμα, στριμωξίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It was a bit of a squeeze to get six people in the car, but they managed.
squeeze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount squeezed)μερικές σταγόνες επίθ + ουσ θηλ πλ
  (π.χ. λεμόνι)λίγος στυμμένος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Add a squeeze of lemon juice to the other ingredients and mix thoroughly.
squeeze through [sth] vi + prep (pass through with difficulty) (μέσα σε κτ, μέσα από κτ)χώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μέσα από κτ, από κτ)περνάω στριμωχτά ρ αμ + επίρ
  περνάω σπρώχνοντας ρ αμ + μτχ ενεστ
 Roger squeezed through the crowd.
squeeze into [sth] vi + prep (fit into small space)στριμώχνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συνωστίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό)παστώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The crowd squeezed into the small room to listen to the speaker.
squeeze [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hug tightly) (στην αγκαλιά μου)σφίγγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ζουλάω, ζουλώ, ζουπάω, ζουπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Henry caught hold of Amber and squeezed her.
squeeze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (apply gentle pressure)σφίγγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Nancy squeezed Paul's hand to reassure him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
squeeze [sb/sth] in,
squeeze in [sb/sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(manage to fit inside)στριμώχνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The box was beginning to bulge but he managed to squeeze in two more books.
squeeze [sb/sth] in,
squeeze in [sb/sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (fit in schedule)στριμώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The dentist was busy, but he managed to squeeze me in.
 Ο οδοντίατρος ήταν απασχολημένος αλλά κατάφερε να με στριμώξει.
squeeze in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (manage to fit inside)στριμώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bus was crowded, but we all squeezed in.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
squeeze [sth] out vtr + adv (extract)στύβω, ζουλάω, ξεζουμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She squeezed every last drop of juice out of the lemon.
 Έστυψε και την τελευταία σταγόνα χυμού από το λεμόνι.
squeeze [sth] out of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (extract)πιέζω κτ να βγει από κάπου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tom squeezed the last bit of toothpaste out of the tube.
 Ο Τομ πίεσε το σωληνάριο της οδοντόκρεμας, για να βγει και η ελάχιστη ποσότητα που είχε απομείνει.
squeeze [sb] out vtr + adv (exclude, push out)σπρώχνω έξω, απωθώ, αποκλείω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The party closed ranks against the rebel and squeezed her out.
squeeze [sb] out of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (exclude, push out)διώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (θέση εργασίας)παύω, αποπέμπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My grandfather was squeezed out of his job when the new boss took over.
 Ο παππούς μου αποπέμφθηκε από τη δουλειά του, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του το καινούργιο αφεντικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'squeeze' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: she squeezed his [arm, wrist, leg], squeeze into the [car, table, room, elevator], squeeze through the [door, opening, passage], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση squeeze στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'squeeze'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης