squally

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskwɔːlɪ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(skwôlē)

Inflections of 'squally' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
squallier
adj comparative
squalliest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
squally adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (weather: gusty) (καιρός)με ριπές ανέμου β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  (λόγιο)με σπιλιάδες, με σπιλάδες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  (λαϊκά, μόνο για στεριά)με ανεμοσυρμές β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  (άνεμος: σε ριπές)ριπαίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση squally στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'squally'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης