spaced-out

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌspeɪstˈaʊt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈspeɪstˈaʊt/ ,USA pronunciation: respelling(spāstout)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spaced-out,
spaced out
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(at intervals)κατανεμημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: hyphen omitted when term is an adj after a noun
spaced-out,
spaced out
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative, slang (stupefied by drugs, as if stupefied by drugs) (μτφ, αργκό: ναρκωτικά)φευγάτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)κουρούμπελο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αργκό)λιομίδης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'spaced-out' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση spaced-out στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'spaced-out'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης