soul

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsəʊl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/soʊl/ ,USA pronunciation: respelling(sōl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (immortal part of a person)ψυχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 When you die, your soul goes to heaven.
 Όταν πεθαίνεις, η ψυχή σου πάει στον παράδεισο.
soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emotional side of a person)ψυχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I love you with all my heart and soul.
 Σ' αγαπώ με όλη την καρδιά και την ψυχή μου.
soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (emotional energy) (μεταφορικά)ψυχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She puts a lot of soul into her art.
 Βάζει όλη της την ψυχή στην τέχνη της.
soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (soul music: mix of funk and blues)σόουλ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 My favourite music genre is soul.
 Το αγαπημένο μου είδος μουσικής είναι η σόουλ.
soul adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (mixing funk and blues)της σόουλ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Marvin Gaye was a famous soul singer.
 Ο Μάρβιν Γκέι ήταν διάσημος τραγουδιστής της σόουλ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soul adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US (African-American) (είδος κουζίνας)αφροαμερικάνικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I love going down to grandma's house to get some soul food.
soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person)άτομο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  άνθρωπος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μτφ: συνήθως για νεκρούς)ψυχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The small village is home to some thirty souls.
soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (epitome, heart) (μεταφορικά)καρδιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 While Madrid is the capital, they say Toledo is the soul of Spain.
soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (essence)ουσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Brevity is the soul of wit. (Shakespeare)
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
be the soul of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (personify or exemplify [sth](μεταφορικά)είμαι η προσωποποίηση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Mother Teresa was the very soul of Christian charity.
 Η μητέρα Τερέζα ήταν, πραγματικά, η προσωποποίηση της χριστιανικής φιλανθρωπίας.
Bless my soul! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (surprise) (έκπληξη)Παναγία μου! επίφ
  Παναγίτσα μου! επίφ
  Πωπω! επίφ
 Well, bless my soul! You're Professor Howe's daughter? Really?
body and soul advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (completely, with all one's being)ολοκληρωτικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  με όλο μου το είναι φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (λόγιος)ψυχή τε και σώματι φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
Brevity is the soul of wit exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (speaking concisely)το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν εκφρ
Σχόλιο: This is a quotation from William Shakespeare's "Hamlet"
French kiss [sb],
soul kiss [sb],
deep kiss [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
slang (kiss using tongue)φιλάω κπ με γλώσσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
happy soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (cheerful person)χαρούμενο άτομο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)χαρούμενος τύπος επίθ + ουσ αρσ
heart and soul advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (with all one's being) (καθαρεύουσα, λόγιος)ψυχή τε και σώματι φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  με όλο μου το είναι, με όλη μου την ψυχή φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  ολοκληρωτικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Miranda threw herself heart and soul into her performance of the song.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η Ελένη άφησε τη δουλειά της και αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στην ανατροφή των γιων της.
 Η Μιράντα αφιερώθηκε με όλο της το είναι στην εκτέλεση του τραγουδιού.
kindred soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (like-minded person) (μεταφορικά)αδελφή ψυχή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  ομοϊδεάτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She knew she had met a kindred soul when she discovered they admired all the same authors.
living soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person)άνθρωπος, πλάσμα, ψυχή ζώσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If I tell you this secret, you must swear not to tell a living soul! There's not another living soul as gentle and kind as you.
lost soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] without purpose) (μεταφορικά)χαμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αποδοκιμασίας, μειωτικό)χαμένο κορμί επίθ + ουσ ουδ
 He has been wandering around like a lost soul.
lost soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion: [sb] beyond salvation) (λόγιο, μεταφορικά)απολωλός πρόβατο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κολασμένος μτχ ως ουσ αρσ
 He committed a mortal sin, and now the priest sees him as a lost soul.
 Διέπραξε θανάσιμο αμάρτημα, και, τώρα, ο ιερέας τον θεωρεί απολωλός πρόβατο.
not a soul nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nobody) (με άρνηση)ψυχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ούτε ψυχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λόγιος)ούτε ψυχή ζώσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It was two o'clock in the morning and not a soul was on the streets. They got married and not a soul knew until a year later.
soul brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (black man) (μεταφορικά, αργκό)αδέρφι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
soul cake UK (type of cake)είδος κέικ για την Ημέρα των Ψυχών β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
soul food nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (Southern American cooking) (καθομιλουμένη)μαγειρική των νότιων ΗΠΑ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Black-eyed peas and cornbread are soul food staples.
soul mate,
soulmate
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal ([sb] with whom you have deep affinity) (για φιλική σχέση)αδερφικός φίλος, αδερφική φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  (για σχέση γενικότερα)αδερφή ψυχή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Some people believe that each and everyone of us has a soul mate.
 Ορισμένοι πιστεύουν ότι ο καθένας έχει μια αδερφή ψυχή.
soul patch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (facial hair)μικρό τριγωνικό γενάκι κάτω από το κάτω χείλος β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
soul sister nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (black woman) (μεταφορικά, αργκό)αδελφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
soul-destroying adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lowering morale or spirit)μονότονος, ανιαρός, βαρετός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μίζερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
soul-searching nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (self-examination)αυτοεξέταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ενδοσκόπηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  περισυλλογή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
soul-searching adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (related to self-analysis)ενδοσκοπικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
soul-stirring adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (causing strong emotion)συγκινητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'soul' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [kind, brave, gentle] soul, soul [music, singer, man, sister, food], you poor soul, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση soul στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'soul'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης