sore

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɔːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/sɔr/ ,USA pronunciation: respelling(sôr, sōr)


Inflections of 'sore' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
sorer
adj comparative
sorest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sore adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (painful, tender)που πονάει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ευαίσθητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Ouch! Please don't touch the bruise on my arm; it's really sore.
 Άουτς! Σε παρακαλώ μην αγγίζεις τη μελανιά στο χέρι μου. Πονάει πολύ.
sore adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (throat: enflamed)που πονάει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ερεθισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)που γρατζουνάει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tina had a cold; her nose was running and her throat was sore.
 Η Τίνα κρύωσε. Έτρεχε η μύτη της και πονούσε ο λαιμός της.
sore adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (muscle: aching)πιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που πονάει, που πιάστηκε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πονεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Philip's legs were sore after the long run he'd been on the day before.
 Τα πόδια του Φίλιπ πιάστηκαν μετά από τη μακριά διαδρομή που έτρεξε την προηγούμενη μέρα.
sore nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (open skin infection)πληγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο: ιατρική)έλκος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Lydia had a weeping sore on her leg.
 Η Λίντια είχε μια ανοιχτή πληγή στο πόδι της.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sore adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." mainly US (emotions: upset) (νιώθει θυμό)θυμωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)στραβωμένος, παρμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (νιώθει στενοχώρια)πληγωμένος, πικραμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Ned was still sore about the trick the other boys had played on him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bedsore,
bed sore,
pressure sore
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bedridden person's pressure sore)έλκος κατακλίσεως, έλκος κατάκλισης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (καθομιλουμένη)κατακλίσεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)άνοιγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The nurses turned the patient daily to prevent him getting bed sores.
chancroid,
soft sore,
soft chancre,
ulcus molle
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(venereal ulcer)μαλακό έλκος επίθ + ουσ ουδ
cold sore nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (herpes on lip) (παθολογία)έρπης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I never kiss anyone with a cold sore.
mouth ulcer,
also US: canker sore
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(oral sore)στοματικό έλκος επίθ + ουσ ουδ
 This cream is for treating mouth ulcers.
saddle-sore adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: sore after riding)που έχει συγκαεί από τη σέλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
saddle-sore adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (horse: sore from saddle) (άλογο)που το χει χτυπήσει η σέλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που του έχει δημιουργήσει πληγή η σέλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
saddle-sore,
saddle sore
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sore on rider)σύγκαμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σύγκαμα από τη σέλα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
saddle-sore,
saddle sore
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sore on horse) (άλογο)πληγή από τη σέλα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
sore head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal ([sb] discontented and irritable) (καθομιλουμένη)τσαντίλας επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
sore heart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sorrow, grief) (μεταφορικά)βαριά καρδιά επίθ + ουσ θηλ
 It was with a sore heart that Susan said goodbye to her parents.
sore loser nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative ([sb] who dislikes not winning)αυτός που δεν ξέρει να χάνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
sore throat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (painful throat infection)πονόλαιμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Sore throats usually indicate an emerging cold.
 Ο πονόλαιμος συνήθως υποδηλώνει την αρχή ενός κρυώματος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sore' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: I have a sore [throat, thumb, back, shoulder, arm], sore [glands, tonsils], have a sore spot on my [back, nose, face], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sore στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sore'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης