solvent

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsɒlvənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsɑlvənt/ ,USA pronunciation: respelling(solvənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
solvent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vapour from glue, etc.)διαλύτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The harsh solvent bothered my nose.
solvent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (able to pay debts) (που ξεπληρώνει χρέη)φερέγγυος, αξιόχρεος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The company is solvent and in good financial standing.
solvent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (substance: dissolving [sth](χημεία)διαλυτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Dry cleaners use a solvent liquid on tough stains.
solvent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (substance that dissolves [sth])διαλύτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Use a solvent to remove the nail polish from the fabric.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
solvent-free,
solvent free
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(not containing dissolving chemicals)χωρίς διαλύτες φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Σχόλιο: hyphen omitted when term is an adj after a noun
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'solvent' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση solvent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'solvent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης