WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
social services nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (amenities and assistance to community)κοινωνικές υπηρεσίες φρ ως ουσ θηλ πλ
 Some people think that immigrants shouldn't have automatic access to social services.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση social service στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'social service'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης