Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

social security card


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο social παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: security | card

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
social adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of friendly relations)κοινωνικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (συνήθως ανώτερη κοινωνική τάξη)κοσμικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 These social activities bore me.
 Πόσο βαριέμαι αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις!
 Πόσο βαριέμαι αυτές τις κοσμικές εκδηλώσεις!
social adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to society)κοινωνικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The city suffers from a number of social problems such as crime and drugs.
 Η πόλη μαστίζεται από πολλά κοινωνικά προβλήματα όπως από η εγκληματικότητα και τα ναρκωτικά.
social adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (friendly, sociable)κοινωνικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She is very social and goes to many parties.
 Είναι πολύ κοινωνική και πηγαίνει σε πολλά πάρτι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
social nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (party)συγκέντρωση, συνάντηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  συνάθροιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is a charity social at the village hall. Do you want to go?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
corporate social responsibility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business: social good)εταιρική κοινωνική ευθύνη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
loss of social position nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decrease in status)κοινωνικός ξεπεσμός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 What upset him most was not the loss of his fortune but the resulting loss of social position.
nonsocial,
non-social
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(not social)μη κοινωνικός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
social activist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (campaigner for justice or welfare)κοινωνικός ακτιβιστής, κοινωνική ακτιβίστρια φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
social activity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] done in company)κοινωνική δραστηριότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Some people enjoy walking in the countryside as a social activity.
social activity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (interaction with others)κοινωνική δραστηριότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
social anthropology,
cultural anthropology
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(study of human culture)κοινωνική ανθρωπολογία επίθ + ουσ θηλ
social assistance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (welfare program)πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
social bias nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (class discrimination)κοινωνική προκατάληψη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
social butterfly nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (sociable person)κοινωνικό άτομο επίθ + ουσ ουδ
 She was a social butterfly, talking to everyone at the party.
 Ήταν πολύ κοινωνικό άτομο και μιλούσε με όλους στο πάρτυ.
social capital nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (value of contact with other people)κοινωνικό κεφάλαιο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
social class nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (economic group within society)κοινωνική τάξη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Teachers belong to a higher social class than factory workers.
social class injustice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (discrimination due to social status)κοινωνική αδικία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
social climber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who aspires to higher classes)αριβίστας, κοινωνικός αναρριχησίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jane's such a social climber! - she only goes out with upper-class men.
social climbing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (advancement of one's social status) (μεταφορικά)κοινωνική αναρρίχηση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (μεταφορικά)αναρίχηση στην κοινωνική κλίμακα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
social conduct nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (behaviour in company)κοινωνική συμπεριφορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
social contract nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (philosophy: formation of society)κοινωνικό συμβόλαιο επίθ + ουσ ουδ
social contract nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sociology: mutual benefit)κοινωνικό συμβόλαιο επίθ + ουσ ουδ
social convention nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (custom, courtesy)κοινωνική σύμβαση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Social conventions vary from country to country.
social director nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who organizes social activities)διοργανωτής εκδηλώσεων, διοργανώτρια εκδηλώσεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The cruise ship's social director planned a dance, a talent show and a game night.
social disease nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sexually-transmitted condition)αφροδίσιο νόσημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
social divide nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (separation between rich and poor)κοινωνικό χάσμα, κοινωνικό ρήγμα επίθ + ουσ ουδ
  κοινωνική διαίρεση, ταξική διαίρεση επίθ + ουσ θηλ
  κοινωνικός διαχωρισμός, ταξικός διαχωρισμός επίθ + ουσ αρσ
social drinker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who drinks alcohol to be sociable)κάποιος που πίνει αλκοόλ μόνο χάριν κοινωνικότητας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm a moderate social drinker: I generally have one or two beers when I go to the pub.
social environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (social setting in which people exist)κοινωνικό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
social event nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gathering: party or function)κοινωνική εκδήλωση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  κοινωνικό γεγονός φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
social exclusion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disadvantage for certain groups)κοινωνικός αποκλεισμός επίθ + ουσ αρσ
social gathering nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (party, get-together)συγκέντρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Sue is a shy person who often feels uncomfortable at social gatherings.
social gradient nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (impact of class on health)κοινωνική διαβάθμιση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
social interaction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contact or relationships with people)κοινωνική συμπεριφορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Children without siblings often have difficulties with social interaction in school.
social isolation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (alienation, segregation)κοινωνική απομόνωση επίθ + ουσ θηλ
 Social isolation can lead people to commit suicide.
social life nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (leisure time spent with other people)κοινωνική ζωή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
social media nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (communication networks)μέσα κοινωνικής δικτύωσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
social mobility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sociology)κοινωνική κινητικότητα επίθ + ουσ θηλ
social mores nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (traditional values and customs)κοινωνικά ήθη φρ ως ουσ ουδ πλ
social network nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contacts: friends, family, colleagues)κοινωνικό δίκτυο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
social networking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (use of internet to make contacts)διαδικτυακό κοινωνικό δίκτυο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Facebook and MySpace are two websites used for social networking.
social order nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (structure or hierarchy of society)κοινωνική τάξη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  κοινωνικό σύστημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
social outcast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (misfit, pariah)απόκληρος/απόβλητος της κοινωνίας, παρίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Heroin addicts are often social outcasts.
social overhead capital nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money invested in the community)πάγιο κοινωνικό κεφάλαιο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
social position nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (standing)κοινωνική θέση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The banker is conscious and proud of his social position.
social pressure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (others' expectations)κοινωνική πίεση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Some communities place a great deal of social pressure on women to get married.
social realism,
Social Realism
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(20th century art style)κοινωνικός ρεαλισμός επίθ + ουσ αρσ
social relations nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (human interaction)κοινωνικές σχέσεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
social science nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (humanities subject)κοινωνιολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I did a couple of social sciences at university: sociology and anthropology.
social scientist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb]: studies human society)κοινωνιολόγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
social security nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (welfare program)πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Without social security, a lot of British people would be living in abject poverty.
Social Security nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (welfare system)κοινωνική ασφάλιση επίθ + ουσ θηλ
 I won't be eligible for Social Security until I'm 62.
Social Security Administration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (governmental organization)Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
social services nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (amenities and assistance to community)κοινωνικές υπηρεσίες φρ ως ουσ θηλ πλ
 Some people think that immigrants shouldn't have automatic access to social services.
Social Services nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (government department giving community assistance)κοινωνικές υπηρεσίες επίθ + ουσ θηλ πλ
  η Πρόνοια άρθ ορ + ουσ θηλ
social skills nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (ability to interact)κοινωνικές δεξιότητες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Children with autism lack social skills.
social smoker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: smokes only in company) (σπάνιο)κοινωνικός καπνιστής, κοινωνική καπνίστρια φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  κπ που καπνίζει μόνο με παρέα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται και ο αγγλικός όρος.
social status nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (position in society, class)κοινωνική θέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
social structure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sociology)κοινωνική δομή επίθ + ουσ θηλ
  δομή της κοινωνίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
social studies nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (school subject: study of society)κοινωνιολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 For social studies class we had to learn all the world capitals.
 Για το μάθημα της κοινωνιολογίας έπρεπε να μάθουμε όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου.
social utility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (internet: networking site)μέσο κοινωνικής δικτύωσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
social welfare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (system of pensions and benefits)πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
social work nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (assistance to local community)κοινωφελές έργο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
social worker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who assists local community)κοινωνικός λειτουργός φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
 Social workers visit families if there are suspicions that the children are at risk.
 Οι κοινωνικοί λειτουργοί επισκέπτονται τις οικογένειες για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ότι τα παιδιά ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο.
wider social context nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (society at large, world in general)ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση social security card στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'social security card'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης