snuggle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsnʌgəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈsnʌgəl/ ,USA pronunciation: respelling(snugəl)

Inflections of 'snuggle' (v): (⇒ conjugate)
snuggles
v 3rd person singular
snuggling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
snuggled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
snuggled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
snuggle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (cuddle, long hug)αγκαλιάζομαι ρ μ αλληλοπαθρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-
  κάνω αγκαλιά, κάθομαι αγκαλιασμένος, κάθομαι αγκαλιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Brian and Evelyn were snuggling on the sofa.
 Ο Μπράιαν και η Έβελυν κάθονταν αγκαλιά στον καναπέ.
snuggle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (get comfortable)βολεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)χώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χουχουλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Polly snuggled into the cushions.
 Η Πόλυ χώθηκε στα μαξιλάρια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
snuggle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of snuggling)αγκαλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομ: συχνά πληθυντικός)αγκαλίτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 John suggested a snuggle to Karen.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
snuggle up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (cuddle or huddle together)αγκαλιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω αγκαλίτσες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 They snuggled up on the sofa to watch a film. The lovers snuggled up to keep warm.
 Έκαναν αγκαλίτσες στον καναπέ για να δουν μια ταινία. Οι εραστές αγκαλιάστηκαν για να μείνουν ζεστοί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
snuggle up to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (curl up close to)κουρνιάζω δίπλα σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μόνο για άνθρωπο)χώνομαι στην αγκαλιά κπ, τρυπώνω στην αγκαλιά κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λίγο πιο γενικά)αγκαλιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Little Bess snuggles up to her favorite teddy bear when she naps.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'snuggle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: had a snuggle on the [sofa, bed, bench], a snuggle under the [covers, sheets, blanket], a snuggle with your [boyfriend, girlfriend, husband, wife, child], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση snuggle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'snuggle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης