Σε αυτή τη σελίδα: snowplow, plow, snow plow
Ο όρος 'snowplow' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'plow'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'snowplow' is an alternate term for 'plow'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
snowplow (US),
snowplough (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(machine for clearing snow)εκχιονιστικό μηχάνημα επίθ + ουσ ουδ
  εκχιονιστικό επίθ ως ουσ ουδ
  εκχιονιστήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
snowplow (US),
snowplough (UK)
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(clear away snow with snowplow)εκχιονίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πραγματοποιώ εκχιονισμό ρ μ + ουσ αρσ
snowplow [sth] (US),
snowplough [sth] (UK)
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(clear of snow)καθαρίζω κτ από το χιόνι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εκχιονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
plow (US),
plough (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(farm implement for turning soil)άροτρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Plows used to be pulled by horses; now they fit on the back of a tractor.
plow (US),
plough (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(vehicle for clearing snow)εκχιονιστικό μηχάνημα επίθ + ουσ ουδ
  εκχιονιστικό επίθ ως ουσ ουδ
plow [sth] (US),
plough (UK)
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(turn the soil)οργώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The farmer is plowing the field.
plow [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US (clear of snow)καθαρίζω κτ από το χιόνι, απομακρύνω το χιόνι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εκχιονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'snowplow' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση snowplow στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'snowplow'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης