smug

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsmʌg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/smʌg/ ,USA pronunciation: respelling(smug)


Inflections of 'smug' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
smugger
adj comparative
smuggest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
smug about [sth] adj + prep (excessively self-satisfied about)περήφανος για κτ επίθ + πρόθ
  (καθομιλουμένη, ελαφριά αποδοκιμασία)ψωνισμένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
  την έχω ψωνίσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Adam has just run his first marathon and he's very smug about it.
 Ο Άνταμ μόλις έτρεξε για πρώτη φορά σε μαραθώνιο και την έχει ψωνίσει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'smug' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a smug [student, person, man, woman, player], made a smug [comment, reference, remark], had a smug look on her face, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση smug στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'smug'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης