slightly

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslaɪtli/


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slightly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (somewhat)λίγο, κάπως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο)ελαφρώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)λιγάκι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I'm feeling slightly tired after the walk.
 Νιώθω λίγο (or: κάπως) κουρασμένος μετά τη βόλτα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο ηλικιωμένος κύριος αισθανόταν ελαφρώς κουρασμένος και αποσύρθηκε στο δωμάτιό του.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δεν μέθυσα! Απλώς είμαι λιγάκι ζαλισμένη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slightly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (lightly)ελαφρά, ελαφριά, απαλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο)ελαφρώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He touched her slightly to get her attention.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
limp slightly viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (walk with a hobble)κουτσαίνω ελαφρά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Despite years of physiotherapy John still limps slightly.
slightly acidic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (a little sharp, a bit sour)λίγο/ελαφρώς όξινος/ξυνός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Lemonade can be slightly acidic, depending on how it is made.
slightly acidic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (containing acid)ελαφρώς όξινος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The mixture was only slightly acidic, but it was enough for the experiment.
slightly salted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (food: some salt added)λίγο αλμυρός, ελαφρά αλατισμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I prefer slightly salted butter for general use, and unsalted when I'm baking cakes.
 Προτιμώ ελαφρά αλατισμένο βούτυρο για γενική χρήση και ανάλατο όταν φτιάχνω κέικ.
slightly yellow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (a bit discoloured, off-white)ελαφρώς χλωμός, κιτρινωπός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Drinking a lot of tea can stain your teeth slightly yellow.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'slightly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: slightly [over, less than] [half], is slightly off [center, kilter], is slightly different from the [rest, others, norm], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slightly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'slightly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης