sleepiness

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsliːpinɪs/


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sleepiness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: drowsy feeling)υπνηλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)νύστα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Even though I slept well last night, I can't get rid of this sleepiness.
sleepiness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (place: tranquillity) (μεταφορικά)γαλήνη, ηρεμία, ησυχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The sleepiness of the village made it unappealing to young people.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sleepiness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sleepiness στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sleepiness'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης