sleep

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsliːp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/slip/ ,USA pronunciation: respelling(slēp)


Inflections of 'sleep' (v): (⇒ conjugate)
sleeps
v 3rd person singular
sleeping
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
slept
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
slept
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sleep viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be asleep)κοιμάμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I slept for nine hours last night.
 Χθες το βράδυ κοιμήθηκα εννιά ώρες.
sleep viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (go to bed, spend the night)κοιμάμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μένω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Do you have somewhere to sleep tonight?
 Έχεις πού να κοιμηθείς απόψε;
sleep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (period of sleeping)ύπνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 It's time for sleep, children.
 Ώρα για ύπνο, παιδιά.
sleep with [sb] vi + prep informal, euphemism (have sex with) (ευφημισμός)κοιμάμαι με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The proper young lady did not want to sleep with anyone until she was married.
 Η καθωσπρέπει νεαρή δεσποινίδα δεν ήθελε να κοιμηθεί με κανέναν, έως ότου παντρευτεί.
sleep on [sth] vi + prep (lie on to sleep)κοιμάμαι πάνω σε κτ, κοιμάμαι σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 His back hurts because he sleeps on a concrete floor.
 Πονάει η πλάτη του επειδή κοιμάται πάνω σε δάπεδο από μπετόν.
sleep [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (accommodate for sleeping)χωράω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κοιμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Their holiday cottage will sleep eight people.
 Το εξοχικό τους σπίτι χωράει οκτώ άτομα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sleep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (dormant state)ύπνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  κατάσταση ύπνου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The flower is closing in sleep.
sleep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (substance in eyes after sleeping) (συχνά πληθυντικός)τσίμπλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
sleep viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (be inattentive) (μεταφορικά, καθομ)κοιμάμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χαζεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (εμφατικός τύπος)κοιμάμαι όρθιος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The man was sleeping and didn't notice it was his turn.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
lie in,
sleep in
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
UK, informal (stay in bed late)κοιμάμαι μέχρι αργά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I will lie in this morning because I was out celebrating my birthday yesterday evening. The newlyweds loved to lie in on Sunday mornings.
 Θα κοιμηθώ μέχρι αργά σήμερα το πρωί, γιατί χτες το βράδυ βγήκα για τα γενέθλιά μου. Οι νιόπαντροι απολάμβαναν να κοιμούνται μέχρι αργά τις Κυριακές.
sleep around vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (have casual sex) (με άντρες)πάω με τον ένα και με τον άλλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (με γυναίκες)πάω με τη μία και με την άλλη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (προσβλητικό: και για τα 2 φύλα)πηδιέμαι δεξιά και αριστερά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have no more respect for guys who sleep around than for women who do.
sleep in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (get up late)κοιμάμαι μέχρι αργά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It's Saturday, so I don't have to get up for work. I can sleep in.
 Είναι Σάββατο κι έτσι δεν χρειάζεται να σηκωθώ για δουλειά. Μπορώ να κοιμηθώ μέχρι αργά.
sleep [sth] off vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." informal (recover from by sleeping) (από κάτι)κοιμάμαι για να συνέλθω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάτι)κοιμάμαι για να μου περάσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He had a lot to drink last night, and is still sleeping it off.
sleep on it vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (not decide until next morning)σκέφτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σκέφτομαι λίγο ρ μ + επίρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Don't give me an answer now; sleep on it and tell me tomorrow.
sleep over vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (spend the night at [sb]'s house)κοιμάμαι στο σπίτι κάποιου άλλου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
sleep-talk vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (speak during sleep)παραμιλάω, παραμιλώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μιλάω στον ύπνο μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
beauty sleep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sleep before midnight for beauty)ύπνος ομορφιάς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
beauty sleep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extra rest)ύπνος ομορφιάς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
deep sleep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (most profound stage in sleep cycle)βαθύς ύπνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She was in such a deep sleep that nothing could have woken her.
disturbed sleep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (interrupted sleep)διαταραγμένος ύπνος επίθ + ουσ αρσ
eternal sleep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. poetic (death) (θάνατος, μεταφορικά)αιώνιος ύπνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
go to sleep v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (fall asleep, lose consciousness)κοιμάμαι, αποκοιμιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με παίρνει ο ύπνος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I can't go to sleep with all this noise going on.
 Δεν μπορώ να κοιμηθώ με όλο αυτό τον θόρυβο.
 Δεν μπορεί να με πάρει ο ύπνος με όλο αυτό τον θόρυβο.
go to sleep v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (limb: become numb)μουδιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I've been sitting in this position for so long, my legs have gone to sleep.
 Καθόμουν σ' αυτή τη θέση τόση πολλή ώρα που τα πόδια μου μούδιασαν.
lie-in,
sleep-in
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, informal (sleeping late)το να κοιμάμαι μέχρι αργά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)χουζούρεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Lie-ins are one of the best things about weekends.
lull [sb] to sleep v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (baby, etc. send to sleep)νανουρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The mother's song lulled the baby to sleep.
put to sleep v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." literal (make drowsy or unconscious)βάζω κάποιον να κοιμηθεί, αναισθητοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The sleeping pills quickly put me to sleep.
put to sleep v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." euphemism (animal: kill as an act of mercy) (σκοτώνω)κάνω ευθανασία ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I was heartbroken when my cat had to be put to sleep.
put to sleep v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (bore) (μεταφορικά)προκαλώ υπνηλία, κουράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His lecture put me to sleep in no time.
send to sleep v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (lull, make sleepy)αποκοιμίζω, φέρνω ύπνο/νύστα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The professor's voice would send the class to sleep.
send [sb] to sleep v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (bore) (μεταφορικά)προκαλώ πλήξη/ανία, κουράζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The professor's voice would send the class to sleep.
sleep apnea (US),
sleep apnoea (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(interrupted breathing during sleep)υπνική άπνοια επίθ + ουσ θηλ
  άπνοια ύπνου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
sleep deprived,
sleep-deprived
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(not having slept enough)που του λείπει ο ύπνος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
sleep late v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (wake up later than usual)κοιμάμαι μέχρι αργά, παρακοιμάμαι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I usually sleep late on Sundays.
sleep like a log v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (sleep heavily) (μεταφορικά)κοιμάμαι σαν κούτσουρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You were already sleeping like a log when I came to bed.
sleep like spoons v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (couple: lie with bodies close) (για ζευγάρι)κοιμούνται με τα σώματά τους κολλημένα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κοιμούνται σε στάση κουτάλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
sleep mask nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (eye covering)μάσκα ύπνου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
sleep mode nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer setting: dormant)λειτουργία αναμονής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
sleep on it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (contemplate [sth] overnight)σκέφτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σκέφτομαι λίγο ρ μ + επίρ
sleep schedule nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cycle or patterns of sleeping)πρόγραμμα ύπνου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Sleep tight interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (Sleep well)Καλόν ύπνο! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Όνειρα γλυκά! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
sleep together vi + adv informal, euphemism (have sex with one another) (ευφημισμός)κοιμάμαι μαζί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After they slept together once, they never saw each other again.
sleep well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have a restful sleep)καλόν ύπνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I felt really good in my new house, so I slept well that night. The babies sleep well when it's raining.
sleep well interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (have a restful sleep)καλόν ύπνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
sleep with one eye open v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (stay alert to danger)είμαι σε εγρήγορση εκφρ
  (μεταφορικά)έχω τα μάτια μου ανοιχτά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
sleep-away camp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (overnight camp for kids)κατασκήνωση, στην οποία τα παιδιά διανυκτερεύουν εκτός σπιτιού β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sleep' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sleep [soundly, deeply, well], a [long, short, brief, lengthy] sleep, [monitor, study, analyze] sleep patterns, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sleep στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sleep'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης