slander

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslɑːndər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈslændɚ/ ,USA pronunciation: respelling(slandər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slander nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (false, illegal words about [sb])συκοφαντία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λασπολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You can't say that; it's slander!
 Δεν μπορείς να το λες αυτό. Είναι συκοφαντία!
slander [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attack with false words)συκοφαντώ, δυσφημώ, δυσφημίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κακολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Helen was slandering Imogen, spreading false rumours about her.
 Η Χέλεν συκοφαντούσε την Ίμοτζεν, διαδίδοντας ψευδείς φήμες για αυτήν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'slander' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a slander [case, trial, suit], a slander lawyer, that's slander!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slander στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'slander'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης