slam

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslæm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/slæm/ ,USA pronunciation: respelling(slam)

Inflections of 'slam' (v): (⇒ conjugate)
slams
v 3rd person singular
slamming
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
slammed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
slammed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slam [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (door: close violently)βροντάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για να κλείσει)κοπανάω, χτυπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teenager slammed the door as she left the room after another argument with her parents.
 Η έφηβη βρόντηξε την πόρτα καθώς έφευγε από το δωμάτιο μετά από έναν ακόμη καυγά με τους γονείς της.
slam viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (door: close violently)βροντάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κλείνοντας)κοπανάω, χτυπάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The wind blew through the open windows and the door slammed.
 Ο άνεμος φυσούσε μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα και η πόρτα βρόντηξε.
slam into [sth/sb] vi + prep (collide with, hit)πέφτω σε κτ/κπ, πέφτω πάνω σε κτ/κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πέφτω με ορμή σε κτ/κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κοπανάω σε κτ/κπ, κοπανάω πάνω σε κτ/κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The racing car spun off the track and slammed into the wall at high speed.
 Το αγωνιστικό αυτοκίνητο βγήκε από την πίστα και έπεσε με υψηλή ταχύτητα πάνω στον τοίχο.
slam [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hit forcefully)χτυπάω, κοπανάω, βαράω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, λόγιος)μαστιγώνω, δέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The waves slammed the shore.
 Τα κύματα έδερναν την ακτή.
slam [sb] into [sth] vtr + prep (hit forcefully against [sth])πετάω κπ σε κτ, πετάω κπ πάνω σε κτ, ρίχνω κπ σε κτ, ρίχνω κπ πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κοπανάω κπ σε κτ, κοπανάω κπ πάνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She slammed him into the door and knocked the breath out of him.
 Τον πέταξε πάνω στην πόρτα και του έκοψε την ανάσα.
slam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shutting noise)κοπάνημα, βρόντημα, χτύπημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (από το κλείσιμο)κρότος, βρόντος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Ian heard the slam of a car door and knew Tom must have just got home.
 Ο Ίαν άκουσε το κοπάνημα της πόρτας του αυτοκινήτου και ήξερε πως ο Τομ πρέπει να είχε μόλις γυρίσει σπίτι.
slam [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (criticize harshly) (μεταφορικά, ανεπίσημο)χαντακώνω, θάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κατακρίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The critics slammed the director's new film.
 Οι κριτικοί έθαψαν τη νέα ταινία του σκηνοθέτη.
slam [sb/sth] for doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (criticize) (αργκό, καθομιλουμένη)τα χώνω σε κπ για κτ, τη λέω σε κπ για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The boss slammed Norma for getting the order wrong.
 Το αφεντικό τα έχωσε στη Νόρμα γιατί έκανε λάθος την παραγγελία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative (verbal attack) (λεκτική)επίθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  προσβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό, μεταφορικά)χώσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Maggie was tired of listening to Karen's slams.
slam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (card game: winning)σλαμ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Ned got a slam; he won all the tricks.
slam into [sth],
slam out of [sth]
vi + prep
(leave or enter violently) (σε κτ ή έξω από κτ)ορμώ, χιμώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 William slammed out of the room after his boss fired him.
slam [sth],
slam [sth] down
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(put down forcefully)κοπανάω, χτυπάω, βαράω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πετάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Ursula slammed the book on the table.
slam [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (defeat thoroughly)κατατροπώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)ισοπεδώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, καθομ)κάνω σκόνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The home team slammed their opponents.
slam [sb/sth] for [sth] vtr + prep informal, figurative (criticize, attack verbally) (αργκό, καθομιλουμένη)τα χώνω σε κπ για κτ, τη λέω σε κπ για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Henry slammed Daniel for his mistake.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
slam [sth] down vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (violently put down) (καθομιλουμένη)κοπανάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Andy angrily slammed down the telephone receiver.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
grand slam,
Grand Slam
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
® in the UK (sports: winning several championships)γκραντ σλαμ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Refers especially to tennis or golf. As a registered trademark, Grand Slam should be capitalized, but it is also used generically and not capitalized.
 The four biggest international tennis tournaments are known as grand slams.
grand slam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (baseball: hit scoring 4 runs)γκραντ σλαμ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
grand slam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cards: winning at bridge)γκραντ σλαμ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
poetry slam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (poetry reading: competitive)διαγωνισμός ποίησης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
slam-dunk [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (basketball: score from above rim) (μεταφορικά)καρφώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
slam dunk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (successful basketball shot)κάρφωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
slam dunk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang, figurative ([sth] easily done) (μεταφορικά)παιχνιδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Joel thought the test would be difficult, but it was a slam dunk.
slam [sth] shut vtr + adj (door: close violently) (την πόρτα για να κλείσει)βροντάω, κοπανάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
slam shut vi + adj (door: close violently) (η πόρτα όταν κλείσει)βροντάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κλείνω με βρόντο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
the slammer,
the slam
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
slang (prison)φυλακή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό)στενή, ψειρού ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  φρέσκο επίθ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'slam' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
jam
Συμφράσεις: nailed a slam dunk, slam poetry, the door [closed, shut] with a slam, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slam στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'slam'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης