slag

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslæg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/slæg/ ,USA pronunciation: respelling(slag)


Inflections of 'slag' (v): (⇒ conjugate)
slags
v 3rd person singular
slagging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
slagged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
slagged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (residue from metal-making)σκωρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a lot of slag left over from smelting the metal.
slag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, pejorative (promiscuous woman) (μειωτικό, χυδαίο)πουτανάκι, τσουλάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ξέκωλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Tina sleeps with anyone; she's a slag.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
slag [sb] off vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." UK, slang (criticize, speak ill of) (μεταφορικά)θάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Nigel is always slagging off his boss.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
slag heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pile of waste)σωρός σκωρίας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Lead can leach out of slag heaps and contaminate ground water.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: use slag [glass, cement], a slag [heap, pile], [iron, gold, lead, steel, waste] slag, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slag στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'slag'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης