slack

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslæk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/slæk/ ,USA pronunciation: respelling(slak)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slack adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not tight)χαλαρός, μπόσικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  χαλαρωμένος, λασκαρισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (ανεπίσημο)λάσκα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The rope was slack and Malcolm realised Peter must have let go of the other end.
 Το σκοινί ήταν χαλαρό και η Μάλκολμ συνειδητοποίησε πως ο Πήτερ πρέπει να είχε αφήσει την άλλη άκρη.
slack adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not busy or active)χαλαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μέτριος, λίγος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Work is pretty slack at the moment; we don't have much to do.
 Η δουλειά είναι αρκετά χαλαρή αυτήν τη στιγμή. Δεν έχουμε πολλά να κάνουμε.
slack adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (careless, not diligent)απρόσεκτος, απρόσεχτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αμελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Daphne's work isn't really good enough; I think she's slack.
 Η δουλειά της Δάφνης δεν είναι αρκετά καλή. Θεωρώ πως είναι αμελής.
slack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rope: looseness)τα μπόσικα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Robert gathered up the slack to pull the rope tight again.
 Ο Ρόμπερτ μάζεψε τα μπόσικα για να τεντώσει πάλι το σκοινί.
be slacking viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." UK, slang (avoid work) (καθομιλουμένη)χασομεράω, χασομερώ, τεμπελιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αποδοκιμασίας, προσβλητικό)κοπροσκυλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)ξύνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  το ξύνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Get back to work! You're slacking again.
 Γύρνα πίσω στη δουλειά! Πάλι τεμπελιάζεις.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (surplus or deficiency)διαφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  υπόλοιπο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We can't handle this whole order; there's some slack we're going to need help with.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
slack off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang, figurative (avoid work) (αργκό)χαλαρώνω, τεμπελιάζω, κωλοβαράω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Since his wife got ill, he has been slacking off at work.
 Από τότε που αρρώστησε η γυναίκα του, τεμπελιάζει στη δουλειά.
slack off [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (loosen)χαλαρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cut [sb] some slack v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (make allowances for [sb])δίνω ελαφρυντικά σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'll have to cut my new employee some slack; this is all new to her.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'slack' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: too [much, little] slack (in), slack in the [sails, ropes, cords, masts], there is too much slack in the [rope, line], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slack στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'slack'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης