skunk

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskʌŋk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/skʌŋk/ ,USA pronunciation: respelling(skungk)


Inflections of 'skunk' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
skunks
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (All usages)
skunk
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (Can be used as a collective plural—e.g. "Skunk give off a nasty smell when frightened.")

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skunk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal that secretes bad smell)μεφίτιδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Skunks give off a bad smell when they feel threatened.
 Οι μεφίτιδες αναδίδουν μια άσχημη μυρωδιά όταν αισθάνονται ότι απειλούνται.
skunk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fur of the skunk)μεφίτιδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tom has a hat made of skunk.
 Ο Τομ έχει ένα καπέλο από μεφίτιδα.
skunk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (drug: cannabis)σκανκ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The local dealers are selling skunk.
 Τα βαποράκια της περιοχής πωλούν σκανκ.
skunk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang ([sb]: opportunist, liar) (μεταφορικά, ανεπίσημο)νυφίτσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Nancy thought Richard was an out-and-out skunk.
 Η Νάνσυ πίστευε πως ο Ρίτσαρντ ήταν εντελώς νυφίτσα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skunk [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang (sport: keep from scoring)κατατροπώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό, μτφ: κάποιου)παίρνω τα σώβρακα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομ, κατά λέξη)δεν αφήνω κπ να σταυρώσει πόντο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'skunk' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [stinky, foul-smelling, putrid] skunk, a family of skunks, avoided the skunk, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση skunk στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'skunk'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης